Σφαγή με το ρούχο της κωμωδίας

  • Το έργο της Γ. Ρεζά έχει μεγαλύτερο βάθος από την «ξεκαρδιστική» σκηνοθετική γραμμή
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 21 Nοεμβρίου 2010
  • Γιασμίνα Ρεζά: Ο Θεός της σφαγής, σκην.: Σταμάτης Φασουλής. Θέατρο: Κάτια Δανδουλάκη

Η αρχική απόφαση ήταν να το συζητήσουν ωραία και πολιτισμένα. Οσο πιο αντικειμενικά γινόταν. Δύο ζευγάρια μεγαλοαστών συναντιούνται για να κουβεντιάσουν τον καβγά, όπου ο 11χρονος γιος των μεν σπάει δυο δόντια του γιου των δε. Η πρόθεση των ενηλίκων είναι να συμβιβάσουν τα παιδιά ειρηνικά. Ετσι τουλάχιστον διατείνονται. Οπως όμως προχωρά η βραδιά, η κουβέντα εκτροχιάζεται σε θέματα που πραγματεύονται από τον μισογυνισμό και τις φυλετικές διακρίσεις μέχρι την ομοφοβία. Το -αρχικά- «ανώτερο επίπεδο» αμφοτέρων βουλιάζει στη μικροπρέπεια και την καρκατσούλικη συμπεριφορά. Η υπέρμετρη κατανάλωση δυνατών οινοπνευμάτων κάνει τους ήρωες του κουαρτέτου να συμπεριφέρονται λες και είναι πρωτοξάδελφα του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Αμερικανού Εντουαρντ Αλμπι: με επιθετικότητα.

Εφαρμόζοντας παρόμοια χτυπήματα κάτω από τη μέση, όπως έκανε και ο υπερατλαντικός συνάδελφός της, η 50χρονη Γαλλίδα Γιασμίνα Ρεζά στήνει ένα πεδίο λεκτικής σφαγής όπου οι μάσκες της καθωσπρεποσύνης πότε πέφτουν και πότε ξαναφοριούνται. Οι καλοί τρόποι ποδοπατιούνται αλύπητα – για να τους ξανασηκώσει κανείς αμέσως μετά και να τους ξεσκονίσει. Κι όσο για τους φαινομενικά ανοιχτόμυαλους ενήλικες, αυτοί αποδεικνύουν διαρκώς το πόσο άμυαλα παιδιά εξακολουθούν να είναι. Φορώντας το εξωτερικό ρούχο μιας ετοιμόλογης κωμωδίας ο «Θεός της σφαγής» ουσιαστικά πηγαίνει σε μεγαλύτερο βάθος απ’ αυτό που ενδεχομένως εμφανίζει εκ πρώτης όψεως.

Δίχως, ασφαλώς, να του αποδώσει κανείς υπέρμετρες κοινωνιολογικές, εθνολογικές, ψυχολογικές ή ακόμα και οικονομικές απαντήσεις, είναι πάντως ένα σύγχρονο έργο το οποίο βγάζει τη γλώσσα και χλευάζει τη λαϊφστιλίστικη ευτέλεια, η οποία κυριαρχεί στον λεγόμενο πολιτισμένο δυτικό κόσμο. Η τραγική υποκρισία των τεσσάρων πρωταγωνιστών μπορεί μεν να αποκαλύπτεται εδώ απόλυτα, όμως στη μιάμιση ώρα που διαρκεί το έργο είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί μια κάθαρση, όπως θα περίμενε κανείς από ένα κείμενο το οποίο αγγίζει τόσο κωμικοτραγικά θέματα. Επίσης αρνητικά βαραίνει -κατά τη γνώμη μου- το γεγονός ότι η επιτυχημένη εμπορικά Γιασμίνα Ρεζά έχει σφραγιστεί πλέον με την ταμπέλα της κωμωδιογράφου ενός νεόκοπου βουλεβάρτου. Αξίζει περισσότερο απ’ αυτή την αξιολόγηση. Κρατώντας έναν καθρέφτη μπροστά στα μούτρα της αστικής υποκρισίας, όπως συμβαίνει τώρα στον «Θεό της σφαγής», η Ρεζά αποδεικνύεται ότι δεν είναι μόνο μια απλή βουλεβαρδιέρισσα.

Στην αθηναϊκή του παρουσία -σκηνοθετημένο από τον Σταμάτη Φασουλή- το έργο μοιάζει να έχει γραφεί από το επιτυχημένο στην κωμωδία ηθών δίδυμο των Ρέππα και Παπαθανασίου. Παρουσιάστηκε δηλαδή σαν μια ξεκαρδιστική κωμωδία και μόνο έτσι. Με μεγεθυμένες στο έπακρο τις γραφικότητες, οι ηθοποιοί πέτυχαν να βγάζουν πλούσιο γέλιο. Πέτυχαν; Σίγουρα, μιας κι αυτό επιθυμούσε η παραγωγή. Η Κατιάνα Μπαλανίκα στο ρόλο της νεόπλουτης μαμάς του ενδεκάχρονου Φερδινάνδου, που ασχολείται επαγγελματικά με κάποιο είδος «διαχείρισης περιουσίας» -του συζύγου της, προφανώς- είναι απολαυστική στη διαχείριση των ερμηνευτικών της κωμικών λεπτομερειών. Είναι αυτή που πέτυχε καλύτερα απ’ όλους να ακολουθήσει την «ξεκαρδιστική» γραμμή του σκηνοθέτη της.

Η Κάτια Δανδουλάκη, ως η «εγκεφαλική» της παρέας, που γράφει βιβλία για το Νταρφούρ και συλλέγει σπάνια βιβλία για τον Κοκόσκα, επιχείρησε να χτίσει έναν κωμικό χαρακτήρα -με υστερίες και τικ- που δεν της πάνε. Ο Γιάννης Βούρος σαν ο μάλλον αφελής αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, ο προσκολλημένος πάντα στη μαμά του, επιχειρεί κάποια μέτριας απόδοσης κωμικά τερτίπια τα οποία δεν είναι ούτε κρέας ούτε ψάρι. Ομως παρ’ όλο που γέλασα με την ψυχή μου με τα όσα ευφάνταστα είχε επιδαψιλεύσει στον χαρακτήρα της η Κατιάνα Μπαλανίκα με την οποία ομολογουμένως καταδιασκέδασα, τελικά κατάλαβα την ουσία του έργου παρακολουθώντας τον τέταρτο ηθοποιό: τον Γιάννη Φέρτη. Με απίστευτη οικονομία ερμηνευτικής επίδειξης, εφαρμόζοντας έναν υποκριτικό μινιμαλισμό, ο Γ. Φέρτης στο ρόλο του Αλέν -ενός δικηγόρου που εκπροσωπεί μία «σκοτεινή» φαρμακοβιομηχανία και είναι διαρκώς απασχολημένος με το κινητό του- είναι αυτός που σε μπάζει στα πιο ουσιαστικά βάθη των νοημάτων της Ρεζά.

Οι υπόλοιποι -με τη διδασκαλία του σκηνοθέτη τους ο οποίος εμφανέστατα ενδιαφέρθηκε να γαργαλίσει επιδερμικά τον θεατή- μένουν στην επιφάνεια των τύπων που εκπροσωπούν. Ομως ο λιτός Φέρτης είναι ο ουσιαστικός χαρακτήρας εδώ. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν «οδηγός» για όποιον θα ’θελε να πει πέντε πράγματα παραπάνω από την επιφανειακή μπαλαφάρα.

Τώρα είμαι πολύ περίεργος να δω την ταινία που ετοιμάζει ο Ρομάν Πολάνσκι επάνω στο έργο. Θα γίνει του χρόνου με τον Κρίστοφ Γουάλτς στο ρόλο του Αλέν και την Κέιτ Γουίνσλετ σαν Ανέτ (εδώ σ’ εμάς ήταν η Κ. Μπαλανίκα). Το ζευγάρι Δανδουλάκη – Βούρος θα είναι η Τζόντι Φόστερ και ο Τζον Ρέιλι. Θα έχει πραγματικά ενδιαφέρον αυτή η ταινία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: