Ο κοµίστας Ιονέσκο

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Σκηνή από την  παράσταση  «Μακµπέτ» που  παίζεται για δεύτερο χρόνο στο  θέατρο «Στούντιο  Μαυροµιχάλη»

Συχνά κάνω τη λογική ερώτηση: τι τάχα θα ήταν ο δραµατουργός Ιονέσκο χωρίς τον Ζαρί και τον Βιτράκ
Η ερώτηση είναι λογική διότι η έρευνα έως τώρα έχει απαντήσει τι οφείλει ο γαλλικός µοντερνισµός µέσω της µετάφρασης του Μποντλέρ στον Εντγκαρ Αλαν Πόε, τι οφείλει ο υπερρεαλισµός στον Λοτρεαµόν και τον τελώνη Ρουσό, τι οφείλει ο Στανισλάβσκι στον Γεώργιο, δούκα του Μαϊνίγκεν και στην Ελεονόρα Ντούζε και τι οφείλει ο Τσαρούχης στον Κόντογλου και στον Θεόφιλο.

Μιλάει για γόνιµες επιρροές, στροφές προς µιαν άλλη οπτική των πραγµάτων. Μια, κυριολεκτικά, στροφή της βίδας, αν όπου βίδα, ο νους, το µυαλό, πώς λέµε «σου ‘στριψε η βίδα». Ο Ζαρί, το παιδί-θαύµα του παγκόσµιου θεάτρου, αφού σε ηλικία 15 χρόνων προίκισε την ιστορία του θεάτρου µε ένα αριστουργηµατικό εξάµβλωµα (!), τον «Βασιλιά Ιµπί». Το έργο αυτό λίγο πριν από το τέλος του 19ου αιώνα ήταν η σχολική σάτιρα που έγραψε και δίδαξε επί σκηνής στο σχολείο του ο νεαρός µαθητής Ιµπί, σε εορταστικό επί τη αποφοιτήσει πρόγραµµα µε στόχο τον καθηγητή του που δίδασκε Οιδίποδα (το όνοµα Ιµπί ήταν το παρατσούκλι του καθηγητή, παθιασµένου όπως φαίνεται αρχαιολάτρη). Το έργο του νεαρού θεατρικού επαναστάτη ήταν ένα αριστούργηµα γλωσσικής ευφορίας, αφηγηµατικού οίστρου, σατιρικής καταιγίδας και καινοτόµου δοµής. Ακολουθώντας την ανοιχτή φόρµα του Σαίξπηρ αφηγείται µε τρόπο επικό τα γελοία καµώµατα ενός υπερφίαλου και καυχησιάρη δειλού, δηλαδή ενός τυπικού Καπιτάνου (ενός τύπου που έρχεται από τον αριστοφανικό Λάµαχο, περνάει στον Πλαύτο, γίνεται Φάλσταφ, ποιητικός Δον Κιχώτης, Κρητικός Τζαβάρλας και Επτανήσιος Χάσης).

Οι υπερρεαλιστές θεωρούσαν τον Ιµπί καταγωγικό πρόσωπο του δόγµατός τους και τον Ζαρί, πρόδροµο της σύλληψης της αισθητικής του «θεσπέσιου πτώµατος».

Από την άλλη ο Βιτράκ έγραψε το µοναδικό υπερρεαλιστικό έργο που είχε µέλλον. Το «Βιτράκ ή τα παιδιά στην εξουσία». Είναι ένα αριστούργηµα όπου η εξέγερση κατά των κατεστηµένων ηθικών και κοινωνικών θεσµών και ιδεών συνδυάζεται µε τις θεωρίες για τα όνειρα και τη σεξουαλικότητα, αλλά και την ενόρµηση του θανάτου του Φρόυντ. Είναι γνωστό πως οι θεωρητικές αρχές του υπερρεαλισµού είχαν ως σταυρικά στοιχεία την ψυχανάλυση και την «ερµηνευτική των ονείρων» του Φρόυντ και τη µαρξιστική ερµηνεία από τον Λένιν και τον Τρότσκι. (Εξ ου και αργότερα η τριχοτόµηση του κινήµατος!).

Χωρίς τον Ζαρί και τον Βιτράκ ο Ιονέσκο πιθανόν να είχε γράψει τα πρώτα έργα του αλλά δεν θα είχε ούτε την υποδοχή ούτε την επιδοκιµασία που βρήκε στη δεκαετία του ‘50.

Ρουµάνος γαλλοµαθής και καθηγητής των γαλλικών έως ότου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, έγραψε τα τρία πρώτα έργα του, όλα µονόπρακτα («Η φαλακρή τραγουδίστρια», «Το µάθηµα», «Οι καρέκλες»), εκµεταλλευόµενος τη διδασκαλική του εµπειρία. Η έλλειψη γλωσσικής και σηµασιολογικής κατανόησης, η αυταρχική σχέση δασκάλου – µαθητή, η κενότητα των ιδεολογιών και των δογµατικών συνταγών.

Τα περισσότερα από τα έργα του Ιονέσκο είχαν ηµεροµηνία λήξεως. Εδρασαν και επέδρασαν στην εποχή τους, αλλά γρήγορα ξεπεράστηκαν από τα ίδια τα γεγονότα. Π.χ. ο «Ρινόκερος» είχε νόηµα στην εποχή που οδεύαµε στην αµερικανοποίηση, στον προθάλαµο της παγκοσµιοποίησης. Σήµερα τι µπορεί να πει όταν η πλατεία του θεάτρου είναι γεµάτη από αυτοϊκανοποιηµένους ρινόκερους;

Παθιασµένος αντικοµµουνιστής, ο Ιονέσκο όταν στον «Ιάκωβο ή η υποταγή» έβαζε ένα πτώµα (µια ιδεολογία) να µεγαλώνει συνεχώς και να κατακλύζει το δωµάτιο, σατίριζε τον σταλινικό δογµατισµό. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, µετά το «πτώµα» Μπρέζνιεφ, µετά την κατάρρευση, δεν έχει αντικείµενο, ή µάλλον έχει, και δεν γνωρίζω αν θα άρεσε στον γαλλορουµάνο ακαδηµαϊκό, αφού το σηµερινό πτώµα που τουµπάνιασε είναι ο καπιταλισµός.

Το µόνο, πιθανόν, έργο του Ιονέσκο που θα επιβιώσει είναι «Ο βασιλιάς πεθαίνει» και ίσως το υπαρξιακό σαρτρικό «Πείνα και δίψα».

Πέρυσι και φέτος σε επανάληψη ο «Θεατρικός Οργανισµός Νέος Λόγος» στο θέατρο «Στούντιο Μαυροµιχάλη» ανέβασε σε θαυµάσια µετάφραση Ερρίκου Μπελιέ ένα από τα τελευταία έργα του Ιονέσκο: «Μακµπέτ». Πρόκειται για ένα πρωτότυπο έργο που αντλεί απλώς και αδροµερώς την υπόθεση από τον «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ. Εξάλλου και ο Σαίξπηρ άντλησε το στόρι της τραγωδίας του από ένα σκωτσέζικο χρονικό. Ο Σαίξπηρ είναι ποιητής, ο Ιονέσκο είναι απελπισµένος είρων. Επειδή στο βάθος είναι ένας ροµαντικός ηθικολόγος. Οσο µάλιστα γερνούσε γινόταν ένας αντιδραστικός ιεροκήρυκας. Το έργο του είναι ένα σχηµατικό, απλουστευτικό, σχεδόν δασκαλίστικο σκηνικό δοκίµιο απάνω στην ιστορία ως κρεατοµηχανή! Διαβάζοντας σωστά τον Σαίξπηρ διαπίστωσε πως ο καµβάς των έργων του είναι µια συνεχής αιµατηρή αλυσίδα αλληλοϋπονοµεύσεων, αλληλοεξοντώσεων, µια αλληλουχία θυτών και θυµάτων.

ΙΝFΟ

«Μακµπέτ» (του Ιονέσκο) στο θέατρο «Στούντιο Μαυροµιχάλη» κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Μαυροµιχάλη 134, Εξάρχεια. Τηλ. 210-6453.330)

  • Σαν τις φούσκες των κόµικς

Η γραφή του έργου σαφώς παραπέµπει στην παρωδία, στο γκροτέσκο και θα έλεγα σαφέστερα στα κόµικς. Ο θεατρικός λόγος έχει περιοριστεί σε µονολόγους ρητορικούς και µονόλεκτες εκτιµήσεις σαν τις φούσκες των κόµικς. Θέµα η ρητορική της εξουσίας, η ανελέητη µαταιοδοξία για εξουσία, ο κυνισµός των σχέσεων, η προδοσία της φιλίας, η εκπόρνευση ανδρών και γυναικών για χάρη της εξουσίας.

Υπάρχει µάλιστα και µια έξυπνη αναφορά στη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όταν ανάµεσα στους νεκρούς µιας αιµατηρής µάχης περιφέρεται ένας πωλητής λεµονάδας για δροσιστικό!

Μέτριο έργο, εύκολο και εν τέλει δηµαγωγικό, αφού καταγράφει αδροµερώς την επιφάνεια και αφήνει το τοπίο της ιστορίας χωρίς τη διαλεκτική του εξήγηση.

Ο Φώτης Μακρής που σκηνοθέτησε και πρωταγωνιστεί στο έργο υπερτόνισε την γκροτέσκο και αισθητικά γραφική πύκνωση των κόµικς καθοδηγώντας τους πέντε υπόλοιπους συνεργάτες που υποδύονται ποικίλους ρόλους. Μια επιτρεπόµενη λύση, αφού η θέση η ιδεολογική του συγγραφέα είναι πως η ιστορία είναι µια επανάληψη ρόλων που φορούν διαφορετικά προσωπεία. Η κίνηση που επιµελήθηκε η Στέλλα Κρούσκα κυρίαρχο στοιχείο στην παράσταση που κυριαρχείται από µιµική και σωµατικότητα.

Ολοι οι ηθοποιοί, Μακρής, Κρούσκα, Καπόγιαννη, Ντούσκα, Πλειώνης, Μανουσάκης στήριξαν µε εξωτερικά µέσα και υπερβολή µιµικής ένα έργο που λέει αυτονόητα πλέον πράγµατα µε χονδρικό τρόπο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: