«Ο γλάρος» του Αντον Τσέχοφ από την ομάδα Ρequod

  • Αδιάκοπα γύρω μας

  • «Ο γλάρος» του Αντον Τσέχοφ από την ομάδα Ρequod σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου στην Κnot Gallery (Μιχαλακοπούλου 206 & Πύρρου, κρατήσεις στο τηλ. 6945 333.110)

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

«Η κωμωδία έχει τρεις γυναικείους ρόλους, έξι ανδρικούς, τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο (με θέα σε λίμνη), πολλή συζήτηση για λογοτεχνία, λίγη δράση και πέντε τόνους έρωτα» έγραφε ο 35χρονος Τσέχοφ για τον «Γλάρο» στον φίλο και εκδότη του Αλεξέι Σουβόριν τον Οκτώβριο του 1895. Καθίσταται προφανές από τη σύνοψη αυτή ότι για τον ρώσο συγγραφέα ο κυρίαρχος τόνος που διατρέχει το κείμενο είναι ανάλαφρος σαν πουλί. Ακόμη κι αν αυτό το πουλί πρέπει να ολοκληρώσει τις πτήσεις του μέσα από καραβοτσακισμένα όνειρα και υφάλους.

Ο Τσέχοφ ξέρει τι κάνει. Παίρνει όλα τα «μεγάλα», εντυπωσιακά γεγονότα- τα οποία ένας μέτριος συγγραφέας θα σκότωνε για να τα παρουσιάσει- και τα τοποθετεί εκτός οπτικού μας πεδίου. Δεν βλέπουμε ποτέ τη Νίνα να μένει μόνη, το μωρό της να πεθαίνει ή τον Τρέπλιεφ να βάζει το πιστόλι στον κρόταφο και να αφαιρεί τη ζωή του. Ως αποτέλεσμα η δράση «ηρεμεί». Η αποστασιοποίηση θέτει υπό έλεγχο τον αισθησιασμό των γεγονότων, που φτάνουν στα αφτιά μας μέσα από διηγήσεις τρίτων. Ο λόγος αποκτά νέα υπόσταση, νέο ρόλο, γίνεται ο ίδιος δράση που απελευθερώνει ενέργεια στο δραματικό πεδίο. Η έμφαση δίνεται σε συνηθισμένες δραστηριότητες: στους ήρωες που τρώνε, πίνουν, παίζουν παιχνίδια, φλερτάρουν ή τσακώνονται στην τραπεζαρία ή στον κήπο, δίπλα στο πιάνο ή στην άκρη της λίμνης.

Και ενώ τα κάνουν όλα αυτά, οι ζωές τους εκκρεμούν, αναβάλλονται, εξατμίζονται. Επιθυμίες που ναυαγούν μέσα στο πιάτο της σούπας. Η αβάσταχτη ελαφρότητα της καθημερινότητας, από την οποία κανένας δεν ξεφεύγει· απλώς κάποιοι βρίσκουν τρόπο να ζουν μαζί της. «Μάθε να κουβαλάς τον σταυρό σου· έχε πίστη» συμβουλεύει μάταια η Νίνα τον Κόστια στην τελευταία τους συνάντηση. «Εγώ έχω πίστη και ο πόνος μού φαίνεται λιγότερος. Και όταν σκέφτομαι την τέχνη μου, τότε δεν φοβάμαι τη ζωή».

Ολο αυτό το πλέγμα των εναρμονισμένων αντιθέσεων- της ελπίδας και της διάψευσης, της απώλειας και της εμπειρίας- παρουσιάζεται με εντυπωσιακή καθαρότητα στην παράσταση της νεοσύστατης ομάδας Ρequod (Πίκουοντ). Ο Δημήτρης Ξανθόπουλος στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα επιτυγχάνει πολλά: να δώσει ένα ανάλαφρο αποτέλεσμα ακροβατώντας ανάμεσα στη μελαγχολία και στη φαιδρότητα. Να δημιουργήσει την αίσθηση φυσικότητας και φρεσκάδας· αβίαστης ροής που μας παρασύρει στον κόσμο των τσεχοφικών ηρώων δίχως στιγμή πλήξης. Και όλα αυτά με μηδενικά μέσα: σε μια υπόγεια μακρόστενη αίθουσα με καρέκλες και παγκάκια γύρω γύρω, ένα πιάνο με ουρά στο βάθος και μια μικρή ξύλινη πλατφόρμα πάνω στην οποία η Νίνα θα απαγγείλει το θεατρικό του Κόστια ή οι ήρωες θα χρησιμοποιήσουν για να παίξουν χαρτιά. Ετσι όπως κινούνται, έτσι όπως κάθονται ανάμεσά μας, δίπλα μας, ενισχύεται η εντύπωση της οικειότητας και της χαλαρότητας, ότι δηλαδή όλα αυτά που ακούμε και βλέπουμε είναι ιστορίες που εκτυλίσσονται αδιάκοπα γύρω μας. Μοναδική ένσταση θα είχα ως προς τα χαρτάκια post it που κολλάνε στην έναρξη οι ηθοποιοί στις κολόνες με συνθήματα του τύπου «Είμαι σαν το λιοντάρι στο κλουβί». Αυτά τα ευρήματα «μαρμαρινίζουν» με περισσή αφέλεια, και είναι περιττά.

Ο δεκαμελής θίασος απαρτίζεται ως επί το πλείστον από νέα παιδιά, γεγονός που ενισχύει σημαντικά την αύρα ανανέωσης. Και «δένουν» όλοι πολύ καλά μεταξύ τους. Θα ξεχώριζα τον Γιάννη Κλίνη ως Τρέπλιεφ: ο ηθοποιός δίνει τον φλεγόμενο ψυχισμό του ήρωα, αλλά ταυτόχρονα και το παιδιάστικο πείσμα, την αδυναμία και την αυτολύπηση που τον εμποδίζουν να έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Εξίσου γοητευτική η Νικολίτσα Ντρίζη στον ρόλο της Νίνας και ευχάριστα ανεπιτήδευτος ο Δημήτρης Γεωργαλάς ως Τριγκόριν. Συμπαθής, αν και ατσαλάκωτος, ο Μιχάλης Μαθιουδάκης ως Σόριν. Το ίδιο και ο Κώστας Παπακωνσταντίνου ως Ντορν.

Οσον αφορά την Αγγελική Παπαθεμελή είναι ίσως η πρώτη φορά που υποδύεται έναν ρόλο που δεν της ταιριάζει. Η Παπαθεμελή είναι εξαιρετική ηθοποιός και μπορεί να κάνει τα πάντα ενδεχομένως, εκτός ίσως από την εγωκεντρική ντίβα. Φαίνεται πως η έντονα γήινη πλευρά της δεν την αφήνει να αναληφθεί στους αιθέρες της απόλυτης έπαρσης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: