«Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

  • Μοσχοβίτικη παρέλαση κοκεταρίας

  • «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας στο Μπάντμιντον
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Εχω δει πολλούς «Βυσσινόκηπους» στη ζωή μου. Αφαιρετικούς, μπαρόκ, μελό, μεταμοντέρνους ή θεατρικά αθώους. Μοχλός όλων ήταν ο στοχασμός, γελαστός (κατά Τσέχοφ), δακρύβρεχτος (κατά Στανισλάφσκι), ή ψύχραιμος (κατά τους νεότερους εκσυγχρονιστές) για τον χαμένο παράδεισο ή έστω για το νομοτελειακό τέλος μιας εποχής. Πρώτη φορά ο Τσέχοφ υπήρξε τόσο άμοιρος ζωής, όπως στην παράσταση του θρυλικού Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας.

Η αλαβάστρινη ομορφιά της Ρενάτα Λιτβίνοβα (κέντρο) δεν αρκούσε για μια πιστευτή Λιούμποβ

Η αλαβάστρινη ομορφιά της Ρενάτα Λιτβίνοβα (κέντρο) δεν αρκούσε για μια πιστευτή Λιούμποβ

Τι έχει να αφηγηθεί στα κουρέλια της παγκοσμιοποίησης το τσεχοφικό ντοκουμέντο της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, την παραμονή της Ρώσικης Επανάστασης; Πιθανόν ο Τσέχοφ να μη φανταζόταν το 1903 πόσο οι χρεοκοπημένοι Ρώσοι γαιοκτήμονές του θα γίνονταν ο καθρέφτης της σαρωτικής οικονομικής και περιβαλλοντικής πτώχευσης στον 21ο αιώνα. Με όλες τις διαφορές, το έργο του περιέχει τρεις γερές γέφυρες, που υπερπηδούν άνετα τα 100 τόσα χρόνια: απώλεια χρήματος, νοήματος, πραγματικότητας.

Βυθισμένη στην άχρονη αμεριμνησία της, η μοσχοβίτικη αναβίωση αρκείται στο ξεφύλλισμα του «Βυσσινόκηπου» σαν ένα περιοδικό μόδας, που κατόπιν το ακουμπά στην άκρη βαριεστημένα. Για τους βετεράνους Αντολφ Σαπίρο (σκηνοθεσία) και Ντάβιντ Μπορόβσκι (σκηνογραφία), το διάσημο χρεοκοπημένο κτήμα είναι απλώς ένα θέμα συζήτησης. Εικάζουμε τις ανθισμένες βυσσινιές πίσω από τις μουντές γκρι αυλαίες, καθώς στην αχανή άδεια σκηνή του Μπάντμιντον -ιδανική για μιούζικαλ, ολέθρια για ατμοσφαιρικές παραστάσεις λόγου- εκτυλίσσεται αδιάφορα η διαπραγμάτευση της μοίρας τους.

Η μικρή αργόσχολη κοινωνία γαιοκτημόνων και μουζίκων του 15μελούς ανσάμπλ δεν κρύβει κανένα μυστικό, καμία έκπληξη. Παρά τις νεαρές ηλικίες τους, οι περισσότεροι ηθοποιοί μοιάζουν να ξεπηδούν από το σκονισμένο θεατρικό οπλοστάσιο ενός θεάτρου που δεκαετίες φαίνεται να ζει από το φημισμένο όνομά του, προφυλάσσοντας την κληρονομιά από βέβηλους εκσυγχρονισμούς.

Διάφανα τρικ, παραπαίοντα σλάπστικ, στερεότυπες συμπεριφορές, πιστή παράθεση όλων των εμβόλιμων υπαινικτικότητας (παύσεις, τρεχαλητά, αφηρημένοι ρεμβασμοί, ήχοι – οφ κιθάρας, άμαξας, κ.λπ.). Η τέχνη της στιλάτης πτώχευσης γίνεται παρέλαση κοκεταρίας πλούσιων και φτωχών, όπου όλοι είναι νέοι, όμορφοι και κομψοί. Γραβατωμένοι, ατσαλάκωτοι υπηρέτες, άψογα μακιγιαρισμένες χωρικές, ακόμα και ο κοτσονάτος γερο-Φιρς -με τον ώριμο δανδή Γκάιεφ, οι μόνες πηγές ζωντάνιας και φυσικότητας της παράστασης- ελάχιστη σχέση έχει με το συμπαθητικό γεροντάκι, που γέρνει για τον ύστατο υπνάκο του, ξεχασμένο από την αφασική παρέα μέσα στο εγκαταλειμμένο αρχοντικό.

Κορυφή του παγόβουνου είναι μια πρωταγωνίστρια με εμφανείς δυσκολίες να προσδώσει στην οικοδέσποινα Ρανιέφσκαγια ένα πιστευτό πρόσωπο. Πολύ νέα για να αποκαλείται «μητερούλα» από συνομήλικες κόρες και παραδουλεύτρες, πολύ μαρμαρωμένη στον ναρκισσισμό και στην ψηλοτάκουνη χλιδή της για να μεταφέρει συγκίνηση, ούτε κι όταν περιγράφει τον πνιγμό του παιδιού της. Βαθυστόχαστα βλέμματα, μανιερίστικη σαν παιδικό συλλάβισμα εκφορά του λόγου, αδέξια τριγυρίσματα στη σκηνή, μηχανικά σαν τικ πλην γεμάτα νόημα νεύματα, συνθέτουν την αποτυχία ενός θεατρικού ντεμπούτου, όπου μήτε η αλαβάστρινη ομορφιά της Ρενάτα Λιτβίνοβα δεν μας εμποδίζει να την ξεχνούμε όταν δεν έχει τον λόγο.

Το μεγαλειώδες κείμενο μας κρατά για κάμποσο με τις υποδόριες αντιφάσεις, τις αμέτρητες τρυφερές λεπτομέρειες, την αυτοκαταστροφική αλλά αισιόδοξη πορεία προς το άγνωστο μέλλον. Ομως χωρίς άποψη, θεατρικότητα, ψυχολογική αλήθεια, συγκίνηση, η θλίψη της παρακμής, η νοσταλγία της ουτοπίας και η πικρή ειρωνεία αποφθεγμάτων, όπως «η ανθρωπότητα προχωρά μπροστά τελειοποιώντας τις δυνάμεις της», πνίγονται εν τη γενέσει τους. Το υποστατικό ξεπουλιέται; Ο μεγαλοπρεπής βυσσινόκηπος θα υλοτομηθεί για να γίνει μεζονέτες προς τουριστική αξιοποίηση;

Μας είναι εν τέλει παντελώς αδιάφορο. Οχι επειδή στα 2010 γνωρίζουμε την ιστορία από το τέλος της, αλλά γιατί η μακρόβια δραματική ωδή του Τσέχοφ στη μνήμη λησμονείται μόλις πέσει η αυλαία. *

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: