Ενα χαρμανιασμένο σώμα

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Μια ιστορία παρμένη από το περιθώριο πάντα ιντριγκάρει τους καθωσπρέπει αστούς. Γιατί ακριβώς λειτουργεί ακαριαία η λογική της κλειδαρότρυπας, μα πιο πολύ η λογική της απαγορευμένης ετερότητας. Να θυμίσω περιπτώσεις όπως το πολυδιαφημισμένο «Shopping and Fucking» (είχε σπάσει ταμεία στο «Αμόρε»), που -υποτίθεται- ξεβράκωνε την ηθική των αστών και των επιτυχημένων και οι μόνοι που το είδαν και το διασκέδασαν με την ψυχή τους ήταν οι ίδιοι οι αστοί και μάλιστα σε ένα πολύ καθωσπρέπει θέατρο του αγγλικού κατεστημένου, το Royal Court.

  • Νομιμοποιώντας το περιθώριο

Τελικά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς πώς το εκτός κανόνος ή νόμου ή νόρμας φιλοξενείται εκεί ακριβώς όπου κυριαρχεί ο νόμος, η νόρμα και η τάξη. Εχει ενδιαφέρον να δει κανείς με τι άνεση νομιμοποιείται η αίρεση. Κάποτε, και εννοώ πριν από την κυριαρχία της τεχνολογίας και των ΜΜΕ, υπήρχε κάποιο, έστω υποτυπώδες, κοινωνικό περιθώριο, που όριζε τον εαυτό του σε αντιδιαστολή με το νόμιμο κέντρο. Υπήρχε ένας χώρος «εκτός», που όχι μόνο επέτρεπε, αλλά και καλλιεργούσε τις ενοχλητικές υπερβάσεις. Σήμερα, μεταμοντέρνες μέρες που είναι, όλα συγκλίνουν προς το «ανενόχλητο» κέντρο. Σίγουρα η πόρνη της Πάτρας δε θα φανταζόταν ποτέ ότι την «έκκεντρη» ιστορία της θα τη φιλοξενούσε το ίδιο το σύστημα σε ένα από τα θέατρά του. Πάντα όμως αυτό γίνεται. Κάθε σύστημα που σέβεται τον εαυτό του υιοθετεί την αίρεση, ώστε να της αφαιρέσει το κεντρί της. Το σύστημα τρέφεται από το περιθώριο. Να το πω διαφορετικά: το περιθώριο είναι το εργοτάξιο ιδεών του συστήματος.

Σε κάθε περίπτωση, και πέρα από τις όποιες γενικόλογες παρατηρήσεις, πιο πολύ κοινωνιολογικού περιεχομένου (κουβέντα να γίνεται), καλά έκανε η επιτροπή των «Δημητρίων» και ενέταξε την παράσταση του έργου «Η γυναίκα της Πάτρας» (κατά το «Η γυναίκα της Ζάκυνθος» του Σολωμού) στο φετινό του πρόγραμμα. Μπορεί να μην ικανοποίησε τις προσδοκίες όλων, είχε όμως μια δοσμένη πρωταγωνίστρια, που, κατά τη γνώμη μου, δικαιούται όλα τα εύσημα. Χωρίς αυτή θα μιλούσαμε για την παράσταση σε άλλους τόνους και με άλλη διάθεση.

  • Η ιστορία της Πανωραίας

Η ιστορία της πόρνης από την Πάτρα που «συναρμολόγησε» ο Γιώργος Χρονάς το 1989 (την είχε δημοσιεύσει σε συνέχειες στο περιοδικό του «Οδός Πανός») έχει λίγο απ’ όλα: βία, εκμετάλλευση, φτώχεια, καταχρήσεις, αμέτρητες ερωτικές συνευρέσεις, κλάμα, πόνο. Η Πανωραία (έτσι τη φώναζαν οι συγχωριανοί και οι πελάτες της, γιατί ήταν πολύ όμορφη), γέννησε πολλά παιδιά και έκανε τρεις γάμους. Μάλιστα στα 16 της είχε μείνει κιόλας χήρα. Ζούσε με τη μάνα της και μια παπαδιά σε ένα άθλιο υπόγειο στην Πάτρα, όπου διάβαζαν μανιωδώς την Αγία Επιστολή, ένα κείμενο που μιλούσε για φριχτές τιμωρίες στους αμαρτωλούς. Μετά την ανάγνωση η Πανωραία, «χαρμανιασμένη από φαΐ και ηδονή», έβαζε τα καλά της και τα αποκαλυπτικά της και έβγαινε στα στενά της Πάτρας να ψωνιστεί για να βγάλει τα προς το ζην.

Χωρίς ενοχές, κλάψες και μελοδραματισμούς, η Πανωραία πλάθει για μας καρέ καρέ το παζλ των προσωπείων της, όπως αυτά διαμορφώθηκαν τις δεκαετίες του 1950 και ’60 στην ελληνική επαρχία. Προσωπεία άπιαστα, διονυσιακά και βασανιστικά ελεύθερα, σε ένα περιβάλλον διόλου φιλελεύθερο και ανεχτικό.

Τώρα, το πώς δίνεται θεατρικά αυτή η ιστορία είναι άλλο θέμα. Κρίνοντας από αυτό που είδαμε στη σκηνή του «Ανετον», θεωρώ πως ήθελε κι άλλο παίδεμα και χτένισμα, για να αποκτήσει τη θερμοκρασία του σανιδιού. Το ότι κάποιος καταθέτει τα σώψυχά του δε σημαίνει αυτόματα και καλό υλικό για θεατρική εκμετάλλευση. Απόδειξη το γεγονός ότι οι περισσότερες σκηνικές αυτοβιογραφίες μέχρι σήμερα έχουν αποτύχει παταγωδώς. Εκείνο που κάποιος θεωρεί ενδιαφέρον σε προσωπικό επίπεδο, όταν γίνει δημόσιο θέαμα ίσως και να μην ενδιαφέρει κανέναν. Υπό αυτήν την έννοια, η ιστορία της Πανωραίας είχε ανάγκη από σουλούπωμα, ώστε να φύγουν οι κοινοτοπίες, οι αδιάφορες περιγραφές και να αποκτήσει μια πιο αιχμηρή και απρόβλεπτη αφηγηματική επιφάνεια. Οσο για τις ραφές που έχασκαν ανάμεσα στα επεισόδια, έδειχναν πιο πολύ σκηνοθετική αμηχανία παρά άποψη.

  • Αμήχανη σκηνοθεσία

Δεν μπορείτε, κα Κιτσοπούλου, να φορτώνετε από το πουθενά μια αρκετά συμβατική αφήγηση με μεταμοντέρνα υλικά και να περιμένετε να σας βγάλει κάπου. Ο μεταμοντερνισμός δε λειτουργεί με τη λογική της γαρνιτούρας. Πολύ ωραία η ιδέα του μεγεθυντικού καθρέφτη, όμως πέστε μου, δεν έπρεπε κάτι να είχε προηγηθεί και κάτι να είχε ακολουθήσει, ώστε αυτό το παιχνίδι της παραμόρφωσης (ή μεταμόρφωσης, πέστε το όπως θέλετε) του προσώπου να πάρει, και δομικά και αισθητικά, τη θέση που πρέπει; Οταν οι λέξεις και οι πράξεις ξεγυμνώνουν την ψυχή κάποιου, δεν πας άρον άρον να τις ντύσεις με «λιλιά». Προς τι; Δεν αντιλέγω ότι οι βαθύτερες προθέσεις της σκηνοθεσίας στόχευαν σε ένα είδος σχολιασμού των δρωμένων. Οι ενστάσεις μου εστιάζονται στο γεγονός ότι δεν είχαν ερείσματα μέσα στην ιστορία και την εξέλιξή της. Φάνταζαν ξένο σώμα. Εκτός κλίματος. Ο συγκεκριμένος μονόλογος απαιτούσε τον απόλυτο μινιμαλισμό. Το οποίο βέβαια και πάλι είναι δίκοπο μαχαίρι, γιατί εάν το ίδιο το επιλεγμένο υλικό δεν παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, το αποτέλεσμα γίνεται ακόμη χειρότερο. Κι αν η εξομολόγηση της Πανωραίας στη σκηνή του «Ανετον» ευτύχησε, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην Ελένη Κοκκίδου.

  • Η Πανωραία της Κοκκίδου

Η Κοκκίδου φόρεσε τα «κουρέλια» της Πανωραίας και τα γέμισε χαρμάνια, ζωή και χυμούς. Μετέτρεψε το δράμα της σε κωμωδία, όπως περίπου θα όριζε ο Τσέχοφ την κωμωδία: ένα επικίνδυνο μπαλαντζάρισμα ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο, το λαμπερό και το σκοτεινό. Το παίξιμό της, με εξαίρεση ορισμένες στιγμές αμηχανίας που οφείλονταν κυρίως στις ίδιες τις αδυναμίες του κειμένου, διατήρησε την αμεσότητα της προφορικότητας του λόγου της ηρωίδας και την αλήθεια των βιωμάτων της. Επένδυσε τη συσσωρευμένη θεατρική της εμπειρία στο αναλώσιμο σώμα αυτής της γυναίκας και του έδωσε μια εξέχουσα σκηνική θερμοκρασία. Τίποτα δεν ψεύτισε επάνω της. Ψεύτιζε μόνο εκεί όπου, όπως είπα, η σκηνοθεσία επέμενε να «ντύνει» την αφήγηση με αλλότριες εικόνες.

Τα κοστούμια και σκηνικά υπογράφει η Τατιάνα Σουχορούκωφ. Τους φωτισμούς ο Σ. Μπιρμπίλλης.

Συμπέρασμα: Ισχνό κείμενο, αβέβαιη σκηνοθεσία, γεμάτη και σίγουρη ερμηνεία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: