Το κεντρί και το φαρμάκι

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 19/09/2010

Στους «Ιππής», ένα έργο γραμμένο λίγο μετά τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων στη Σφακτηρία, όταν ανόητα κλότσησαν τη μεγάλη ευκαιρία που τους δινόταν τότε (424 π.Χ.) να κερδίσουν ουσιαστικά τον πόλεμο εναντίον της Σπάρτης και απέρριψαν τη συνθήκη ειρήνης που τους πρότειναν οι αντίπαλοί τους, ο Αριστοφάνης βγάζει κυριολεκτικά το μένος του, ξερνώντας φαρμάκι για τη διεφθαρμένη δημοκρατία της πόλης του, που την εμφανίζει ως έναν ξεκουτιασμένο γέρο («Δήμος»), για τους πολιτικούς της, που τους παρομοιάζει με πονηρούς παρατρεχάμενους δούλους, και κυρίως για τον ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης, Κλέωνα, στον οποίο σούρνει μύρια όσα, διασύροντάς τον δημόσια ως αδίστακτο δημαγωγό, κλέφτη, απατεώνα, τραμπούκο, αγράμματο και ό,τι άλλο. (Ο Κλέων ανήκε στα μικρομεσαία στρώματα που είχαν πλουτίσει από τον πόλεμο και ήταν ιδιοκτήτης μιας αλυσίδας, θα λέγαμε σήμερα, βυρσοδεψείων, ένας περπατημένος, άξεστος πρώην ταμπάκης, νυν επαγγελματίας πολιτικός).

(Οι «Ιππής» του Αριστοφάνη)

«Φαεινή ιδέα» της κωμωδίας αυτής είναι το εύρημα… ότι ο μόνος τρόπος για να φύγει από την εξουσία μια κακή, αντιλαϊκή, βλαπτική παράταξη, είναι να βοηθήσουμε να έρθει στην εξουσία μια άλλη παράταξη… πολύ χειρότερη και με ακόμη πιο αγράμματο, άξεστο, επικίνδυνο, λαϊκιστή αρχηγό. Σας θυμίζει τίποτε αυτό;

Αμ’ έπος, αμ’ έργον, οι πονηροί δούλοι του ξεμωραμένου γερο – Δήμου ανακαλύπτουν έναν επίδοξο πολιτικό, που φαντάζει ως η μόνη… χειρότερη λύση, στο πρόσωπο του Αγοράκριτου, ενός ρέμπελου, μέθυσου «λούμπεν» που κατοικοεδρεύει στην αγορά, ξύνει πατσές και προμηθεύει τους ξενύχτηδες με ύποπτης κατασκευής λουκάνικα μέσα σε ψωμάκια. (Μπορούμε ίσως να τον φανταστούμε σαν κάποιον από τους ανάλογους υπαίθριους ψήστες που στήνουν σήμερα πάνω σε τρίκυκλα τα μαγαζάκια τους, ονομαζόμενα στη γλώσσα της πιάτσας «βρώμικα», έξω από τα ξενυχτάδικα, πουλώντας ανάλογη ύποπτη, φτηνή πραμάτεια στους θαμώνες που εξέρχονται «αποψιλωμένοι» και «στεγνοί»). Οι δούλοι του «Δήμου» (οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης!) αποφασίζουν τότε… να σπρώξουν την πολιτική καριέρα του αγράμματου και αγροίκου πατσατζή ως αντίπαλου δέους, συμμαχώντας με την εύπιστη, συντηρητική, εύπορη αστική, θα λέγαμε σήμερα, τάξη των «Ιππέων», που αποτελούν τον χορό αυτής της κωμωδίας.

Το σχέδιο εφαρμόζεται αμέσως… και πετυχαίνει. Τα δύο… βρωμερότερα, κυριολεκτικά, επαγγέλματα της εποχής, του ταμπάκη και του πατσατζή, ανταγωνίζονται επαξίως σε… αγώνα ρητορικής, όπου το απύλωτο στόμα του πατσατζή νικά το ανάλογο του ταμπάκη και ο πιο σιχαμερός από τους δύο, που γίνεται κύριος του Δήμου, τον κόβει κομματάκια, τον βράζει σε μια χύτρα, τον μεταμορφώνει με ξόρκια και του ξαναδίνει τη χαμένη νιότη του!

Αυτό το διφορούμενο τέλος της κωμωδίας έχει γεννήσει πολλά ερωτηματικά. Άραγε ο Αριστοφάνης κλείνει αισιόδοξα το έργο ή, αντίθετα, σαρκάζει στα μούτρα μας; Πρόκειται ασφαλώς για το δεύτερο, φτάνει να προσέξουμε την τελική σκηνή με το μυθικό της υπόβαθρο. Το ξανάνιωμα του γερο – Δήμου γίνεται με τη μαγική συνταγή της Μήδειας, ο μύθος της οποίας, γνωστός στους Αθηναίους, έλεγε ότι η μάγισσα από την Κολχίδα, κατά τη σύντομη παραμονή της στην Ιωλκό του Πηλίου, έπεισε τις αφελείς κόρες του υπερήλικα βασιλιά Πελία… να τον κομματιάσουν και να βράσουν τα κομμάτια του μέσα σε μια μεγάλη χύτρα, βεβαιώνοντάς τις ότι ο πατέρας τους θα αναδυθεί μέσα από αυτήν ακέραιος, με ανακτημένη όλη τη νιότη! Αντ’ αυτού, προέκυψε… ένας Πελίας βραστός! Ίδια ακριβώς τύχη περιμένει, για τον Αριστοφάνη, και τον γέροντα Δήμο της Αθήνας: να γίνει βραστός στη χύτρα! Αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο του ποιητή στην άκρη της κωμωδίας, που είναι «όλα τα λεφτά», ποιος θα βρεθεί να το προσέξει;

Ένα σχόλιο δικό μου: τα πράγματα δικαίωσαν μόνο εν μέρει τον Αριστοφάνη, αφού ο Κλέων σκοτώθηκε λίγο αργότερα στον πόλεμο, χωρίς αυτό να αλλάξει τίποτε. Την ηγεσία του Δήμου δεν ανέλαβαν οι λούμπεν και οι «βρώμικοι» για να τον καταστρέψουν, αλλά, αντίθετα, οι «σοφιστικέ» διανοούμενοι της ανώτατης κοινωνίας, τα μαθητούδια των σοφιστών, οι τότε «κολεγιόπαιδες», που τον κατέστρεψαν εξίσου. Τέλος του σχολίου.

Η παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου που είδα στο «Θέατρο Αλέξης Μινωτής» στο Αιγάλεω, μια συμπαραγωγή της «Θεατρικής Διαδρομής» και του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, δόθηκε μεταφρασμένη από τον Κ.Χ. Μύρη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη. Κυρίαρχη αίσθηση που αποκόμισα είναι εκείνη της ασωτίας των μέσων: ύφος, ρυθμοί και τέμπα, υποκριτικές, όλα πάσχουν από έναν καλπάζοντα πληθωρισμό. Η στέρεη βάση της μετάφρασης του Μύρη υπερβαίνεται πολύ στην πράξη, ενώ η κατάχρηση των προσωπικών κωδίκων τους από τον Αρμένη, τον Χαϊκάλη αλλά και τον υπόλοιπο θίασο που τους ακολουθεί πιστά (Φύτρος, Κούκιος, Κοτσαρίνης, Θεοδωράκης και πολυμελής Χορός), φτάνει σε σημείο σχεδόν ενοχλητικό. Πολλή φασαρία, μαζί με πολλά ευρήματα ανισομερή και ανάκατα ριγμένα που αποδυναμώνουν την πολιτική διάσταση και οδηγούν την παράσταση σε νόθες μορφές απολιτικής επιθεώρησης ή ανώδυνης φάρσας.

Η παράσταση δεν βλέπει το σαρδιόνιο χαμόγελο του τέλους, επιλέγει τη γνωστή, πολυφορεμένη πανηγυριώτικη λύση της κωμωδίας και αφαιρεί από το κεντρί της όλο το φαρμάκι! Αμήχανος και σχεδόν διακοσμητικός παρελαύνει ο χορός των «Ιππέων». (Χορογραφία του Χρήστου Παπαδόπουλου). Μου άρεσε πάντως η μουσική της Αντιγόνης Τσολάκη, παρ’ ότι κατάλληλη για άλλη παράσταση. Συμφωνώ με το σκηνικό του Μετζικώφ, αλλά διαφωνώ ριζικά με τα κοστούμια του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: