«Πλούτος – Πενίας θρίαμβος» Θέατρο Τέχνης – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • ΕΠΕΣΕ Η ΑΥΛΑΙΑ ΤΩΝ ΦΕΤΙΝΩΝ ΕΠΙΔΑΥΡΙΩΝ
  • Μια οπισθοδρομική διασκευή του Αριστοφάνη

  • «Πλούτος – Πενίας θρίαμβος» Θέατρο Τέχνης – Φεστιβάλ Επιδαύρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Φαντάζεται κανείς πως η επιστροφή του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο θα έδινε στα μέλη του μια ευκαιρία να υπενθυμίσουν την παράδοση του ιστορικού καλλιτεχνικού οργανισμού στο αρχαίο δράμα.

Η Πενία της Κάτιας Γέρου ξεπροβάλλει, ως άλλη Γουίνι των «Ωραίων ημερών» του Μπέκετ, από ένα λόφο με καταναλωτικά αγαθά (ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, τηλεοράσεις)

Η Πενία της Κάτιας Γέρου ξεπροβάλλει, ως άλλη Γουίνι των «Ωραίων ημερών» του Μπέκετ, από ένα λόφο με καταναλωτικά αγαθά (ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, τηλεοράσεις)

Περιμέναμε επομένως μια κινητοποίηση, μια ενεργοποίηση των αντανακλαστικών τους. Προσδοκούσαμε από την αρχή κιόλας μια υπεύθυνη και εικονοκλαστική πρόταση, που θα απαντούσε σε όσους αμφισβητούν την αλά καρτ συμμετοχή του Τέχνης στα προγράμματα της Επιδαύρου.

Και πράγματι, από τη μεριά του το Θέατρο Τέχνης προχώρησε παραπέρα: κατέβηκε στην περιοδεία με μια διασκευή του «Πλούτου» και, μάλιστα, με μια ριζικά ανατρεπτική από την άποψη του περιεχομένου ιδέα: Αυτή τη φορά δεν είναι ο τυφλός θεός που θριαμβεύει στο τέλος, αλλά ο αντίμαχός του, η Πενία. Η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί πως εκφράζει όχι τη φτώχεια αλλά την «παντοτινή σύντροφο της Ελλάδας», την εγκράτεια, την εργατικότητα, τη ριζωμένη στους νεοέλληνες αίσθηση της ανάγκης.

Ετσι, η ουτοπία του Αριστοφάνη αντιστρέφεται για να προβάλει ειρωνικά τη δυστροπία του εύκολου πλούτου, που κι όταν ξεστραβώνεται, στραβώνει όσους τον θωρούν. Και η Πενία, από την άλλη, εδραιώνεται για τα καλά στο κέντρο της παράστασης, σαν μακρόθεν παρατηρητής και εκ του σύνεγγυς σχολιαστής των διαδραματιζομένων.

Η πρόταση, με άλλα λόγια, όπως τουλάχιστον μεταφέρθηκε στον Τύπο από τις συνεντεύξεις των συντελεστών, προετοίμαζε για μια παράσταση πολιτικής αρετής, όπου η αρπαχτή και το όνειρο του πλουτισμού έπρεπε να αναμετρηθούν με τις αρετές της σύνεσης και της υπομονής. Βρέθηκε και εξαιρετικός πλοηγός για το ταξίδι: η έμμετρη μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη είναι στην ουσία δημιουργική ανάπλαση του κειμένου, εφάμιλλη των ποιητικών δοκιμών του μεταφραστή. Πρόκειται για δοκίμιο σκηνικής ρητορικής, όπου πορείες και διασταυρώσεις, δρόμοι και αδιέξοδα της φυλής αποκαλύπτονται μέσα από τα πετρώματα της γλώσσας.

Η Πενία έγινε Γουίνι

Για χάρη του σκηνικού του «Πλούτου» στήθηκε, λοιπόν, στην Επίδαυρο ένας κόσμος από τα χάρτινα καταναλωτικά αγαθά της μεταπολιτευτικής μας επαγγελίας: ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, τηλεοράσεις… Σε μια μεριά τα αγαθά φτιάχνουν έναν λόφο, από τον οποίο, σαν άλλη Γουίνι των «Ωραίων ημερών» του Μπέκετ, ξεπροβάλλει η Πενία της Κάτιας Γέρου. Εκεί θα παραμείνει η κακόφημη θεότητα καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης, κι από εκεί θα βαλθεί να σχολιάζει και να ξεθεμελιώνει με επιθεωρησιακή παρρησία και χοντροκομμένο χιούμορ κάθε σόφισμα, πονηριά ή αφέλεια του λαϊκού καπιταλισμού.

Από αυτό κιόλας το σημείο ξεκινούν τα προβλήματα. Γιατί, αν κι η θεατρολογική ματαιοδοξία μας κολακεύεται από το κουίζ της διακειμενικότητας, ωστόσο, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως η Γουίνι του Μπέκετ αποτελεί όχι τον σχολιαστή, αλλά μέρος του παραλόγου και αντηχείο του. Το εύρημα, επομένως, τελειώνει στον ειρωνικό τίτλο του έργου (οι «ωραίες μέρες» της ευημερίας) και στην ίδια την εικόνα της Γέρου. Από εκεί και πέρα λειτουργεί παραμορφωτικά για το κεντρικό μήνυμα της παράστασης.

Επειτα είναι η εντύπωση πως η διασκευή δεν συνοδεύτηκε και από μια αληθινά νέα σκηνική διατύπωση. Αν εξαιρέσει κανείς την πρωτοτυπία της κεντρικής ιδέας, πολλά της παράστασης του Τέχνης θυμίζουν δοκιμασμένες εκδοχές του έργου. Είναι εμφανείς οι καταβολές στην παλιότερη διδασκαλία του έργου από τον Διαγόρα Χρονόπουλο και το ΚΘΒΕ, εμφανείς και οι παραπομπές στην ακόμα παλιότερη επιτυχία του Μίμη Κουγιουμτζή και του Θεάτρου Τέχνης με το ίδιο έργο. Μόνο που αυτή τη φορά είναι δύσκολο να κρυφτούν τα σημάδια φθοράς από τη χρήση. Κι όταν κάποια στιγμή η παράσταση στρέφεται για να πάρει ενέργεια στα «επιθεωρησιακά νούμερα» του έργου (Συκοφάντης, Ιερέας), επικαλείται τύπους του λαϊκού θεάματος που μικρή σχέση έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα – ουδεμία, με τη «βαθιά πραγματικότητα» της οικονομικής κρίσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Συκοφάντης του Λευτέρη Λουκάδη. Το πρόσωπο της μετάφρασης του Βαρβέρη θα μπορούσε να ενσαρκώνει τα λαμόγια όλων των «ωραίων ημερών» των μεταπολεμικών χρόνων, να αποκαλύπτει επάλληλα στρώματα της σημερινής κρίσης, από τους καθαρευουσιάνους χρυσοκάνθαρους του προπερασμένου αιώνα μέχρι τις γκρίκλις εκδοχές των γκόλντεν μπόις. Τι γυρεύει λοιπόν στη θέση του ο βγαλμένος από παλιά επιθεώρηση «βαρύμαγκας»; Προς τι τόση λαϊκότροπη παρελθοντολογία σε μια σύγχρονη πολιτική πρόταση;

Επίπεδο σχολικής γιορτής

Φτάνουμε έτσι στο ατυχές φινάλε της διασκευής. Εκεί που ο θίασος, αντί να πείθεται από τα λεγόμενα του Αριστοφάνη, προσπέφτει ικέτης στα πόδια της Πενίας. Εκείνη υποδέχεται τους νέους θιασώτες, εκφωνεί έναν εξόδιο απολογισμό, θυμίζει τις αρετές της εργατικότητας, φτάνει στην κατακλείδα πως: «Συντροφιά σας να’ ναι ο λόγος τούτος:/ απ’ όλους πιο φτωχός είναι ο Πλούτος». Μακάρι κατά τη γνώμη μου να έλειπε η αντιστροφή. Χωρίς τον αυτοσαρκασμό του Μποστ, να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, ένα τόσο απροκάλυπτα ηθικοπλαστικό τέλος κατεβάζει την παράσταση στο επίπεδο σχολικής γιορτής με θέμα τα καλά της αποταμίευσης και τα κακά της σπατάλης.

Στενοχωριέμαι που το σχόλιο περιλαμβάνει ανθρώπους που έχουν μοχθήσει για το Θέατρο Τέχνης όσο κανείς. Συμμετέχουν όμως άθελά τους σε μια πρόταση κατώτερη της ιστορίας του. Δεν είναι μόνον η ασυμβατότητα των μονόχρωμων σκηνικών με τα υπερβολικά κοστούμια του Πάρι Μέξη που ενοχλεί. Ακόμα και η μουσική του Χρήστου Λεοντή μοιάζει ανίκανη με το συγκινησιακό φορτίο της, με τη λαϊκότροπη γλυκιά αστοχασιά της, να στηρίξει μια αληθινά καυστική πολιτική παρέμβαση.

Η Κάτια Γέρου, ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, η Μάνια Παπαδημητρίου και οι υπόλοιποι ηθοποιοί συνθέτουν έναν θίασο που μακριά από μια παράσταση συνόλου (ό,τι δηλαδή αποτελεί παραδοσιακά το σήμα κατατεθέν του Θεάτρου Τέχνης) φανερώνει μια παράσταση χωρίς αληθινό καλλιτεχνικό προορισμό. Η οποία στοχεύει όχι στην όξυνση του κριτηρίου, αλλά στη συναισθηματική καθοδήγηση προς «καλύτερες εποχές» – φτώχειας και κακοπέρασης ίσως, αλλά και φιλότιμου και μπέσας. Καταλαβαίνει άραγε κανείς πως φτάνει έτσι να υποστηρίζει μια τελικά οπισθοδρομική θέση, ταιριαστή περισσότερο στη φαρσοκωμωδία, όπου παρόμοιες καθαρτικές αποτιμήσεις του παρελθόντος ευδοκιμούν και αναπαράγονται; Θυμίζω «Γερμανούς που ξανάρχονται» και Ελληνες που νοσταλγούν στα όνειρά τους την Κατοχή. Αν και εκείνοι ζούσαν τον Εμφύλιο, όχι μια οικονομική κρίση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: