Αριστοφάνης και «Οθέλος»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 1 Σεπτέμβρη 2010
  • «Αχαρνής» από το ΚΘΒΕ
«Πλούτος»

Ο λαός στενάζει και ο τόπος μας ρημάζεται από το ολοσχερές ξεζούμισμά του, τον «πόλεμο» που του κήρυξαν κεφάλαιο, η ΕΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, «Διεθνείς Αγορές». Το «χαλί» αυτού του «πολέμου» κατά του λαού έστρωσαν οι δικομματικές κυβερνήσεις που υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Πόλεμοι εναντίον κρατών και λαών γίνονταν και γίνονται όχι μόνον με στρατιωτικά, αλλά και με οικονομικά «όπλα». Πλήθος τα παραδείγματα, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο πάντα επίκαιρος Αριστοφάνης έγραψε τους «Αχαρνής», κραυγάζοντας εναντίον των υπαιτίων του Πελοποννησιακού Πολέμου και των πολιτικοοικονομικών συμφερόντων που τον παρέτειναν επί τριακονταετία, βάζοντας τον πρωταγωνιστή αυτής της πολιτικής κωμωδίας του, τον Δικαιόπολι, έναν πολίτη του Δήμου Αχαρνέων, να αποκαθηλώνει τους πολεμοκάπηλους, να πείθει τους συμπολίτες του για το αγαθό της ειρήνης και να επιβάλει την ειρήνη, με τους δικούς του όρους. Με τους όρους και το δικαίωμα του λαού να ζει ειρηνικά και να ευημερεί με όσα αυτός παράγει. «Πόλεμος» είναι κι αυτό που ζούμε σήμερα και αυτή τη μαύρη αλήθεια, καταγγέλλοντας, επίσης, τη δημαγωγία, την απάτη, τη λαμογιά που εξέθρεψαν όσοι μας κυβέρνησαν, πρόβαλε (γι’ αυτό κάποιοι σφόδρα ενοχλημένοι την κατηγόρησαν για «λαϊκιστική» αλλοίωση του Αριστοφάνη) η παράσταση του ΚΘΒΕ, με τους «Αχαρνής», με όλες τις παραμέτρους της. Με τις επικαιρικές αλλαγές του Κ. Χ. Μύρη στη μετάφρασή του και ιδιαίτερα με την (αριστοφανική αδεία) Παράβαση που έγραψε, μια ποιητική «Διακήρυξη» αξιών και μορφών της νεότερης και σύγχρονης Ιστορίας και του Πολιτισμού του λαού μας. Με την ευφάνταστη, σχολιαστική, γοργόρυθμη και «μπρεχτίζουσα» σκηνοθεσία (λ.χ. το κάρο με την πραμάτεια του Δικαιόπολι, όπως η «Μάνα Κουράγιο», με τα αποστασιοποιητικά τραγούδια του Χορού, τα πλακάτ με μορφές αγωνιστών και ποιητών και εύγλωττα συνθήματα). Με τη σκοπίμως διόλου μελίρρυτη, αλλά «οργισμένη» και σκηνικά «νευρώδη» μουσική που συνέθεσε και δίδαξε στο Χορό ο Σταμάτης Κραουνάκης. Με το λιτό σκηνικό του Γιώργου Πάτσα και τα κοστούμια της Ερσης Δρίνη. Με το συνολικά γόνιμο υποκριτικό επίπεδο. Προπάντων, με τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Κώστας Βουτσάς, βετεράνος της λαϊκής κωμωδίας λάμπει με την απλότητα, αμεσότητα και το κωμικό του «γκελ». Ο Γρηγόρης Βαλτινός, αξιότατος και στην κωμωδία, σάρκασε θαυμάσια τη φιλαυτία, την έπαρση, την ψευτοπαλικαριά, τον συμφεροντολογικό καιροσκοπισμό του άκαπνου πολεμοκάπηλου Λάμαχου. Ευφρόσυνα κωμικός ο πάντα μεταμορφώσιμος Γιάννης Σαμσιάρης (Ευριπίδης). Αφήσαμε, σκόπιμα, τελευταία την ερμηνεία του Σταμάτη Κραουνάκη (Δικαιόπολις), γιατί αποτελεί την «ψυχή», το κύριο οιστρίλατο «κεντρί» της παράστασης. Ο Κραουνάκης δεν είναι ηθοποιός. Είναι, όμως, σπάνιο είδος πολυτάλαντου, ανήσυχου, πειραματιζόμενου καλλιτέχνη (δημιουργού και ερμηνευτή), γιατί είναι ανήσυχος, μη επαναπαυόμενος στις συνθετικές δάφνες του, αφειδώλευτα πληθωρικός, πηγαίων και ορμητικών αισθημάτων άνθρωπος. Πολλά χρόνια «ζυμώνεται» η σχέση του με το θέατρο και γενικότερα με ζωντανές μορφές θεάματος. Τις μουσικές του για θεατρικές παραστάσεις, συνήθως τις καθορίζουν και μορφολογικά – αισθητικά. Θέατρο, με την ευρεία έννοια, ήταν και η κειμενογραφική, συνθετική, οργανοπαικτική, τραγουδιστική, σκηνοθετική και υποκριτική δουλειά του – και η προσωπική – με τη «Σπείρα – Σπείρα». Η στήλη δεν αμφέβαλε ότι ο Κραουνάκης, πειραματιζόμενος και ως ηθοποιός, θα έδινε όλο το ψυχοδιανοητικό «είναι» του κι όλον τον έμφυτο καλλιτεχνικό «οίστρο» του για να ακουστεί ολοζώντανος και επίκαιρος ο Αριστοφάνης.

  • «Πλούτος – Πενίας θρίαμβος» από το «Θέατρο Τέχνης»
«Οθέλος»

Με τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Γιάννη Βαρβέρη (μετάφραση πνευματώδης, σατιρίζουσα τους καθαρευουσιάνικους απόηχους στη σημερινή καθομιλουμένη, νεολογισμούς και επίκαιρα σλόγκαν), επικαιρικά διασκευασμένο (άραγε από ποιον;) υπό τον τίτλο «Πλούτος – Πενίας θρίαμβος», από το «Θέατρο Τέχνης», έκλεισαν τα φετινά Επιδαύρια. Εξ αρχής να σημειωθεί ότι το θελκτικότερο αλλά και συγκινητικό στοιχείο της παράστασης αυτής είναι η μνημόσυνη «αναφορά» της στον Μίμη Κουγιουμτζή, ο οποίος, ανεβάζοντας το 1994, τον «Πλούτο», με μουσική του Χρήστου Λεοντή, περιέλαβε δυο τραγούδια σε στίχους της Μαριαννίνας Κριεζή, τραγούδια τιμητικής αναφοράς του Μάνου Χατζιδάκι, βασικού συνεργάτη του Κ. Κουν. Εξάλλου, μόνο η μελωδικά ευφρόσυνη μουσική του Χρήστου Λεοντή διασώζει και απηχεί τη σπουδαία – λαϊκού εξπρεσιονιστικού θεάτρου – παράδοση του «Θ. Τ.», όσον αφορά στον Αριστοφάνη, στη φετινή παράσταση. Με εξαίρεση κάποιες ερμηνείες, όλοι οι άλλοι συντελεστές της φετινής παράστασης, μακράν της παράδοσης του «Θ. Τ.», τείνουν σε μια ψευδο-μεταμοντέρνα αισθητική σύγχυση. Σύγχυση που οφείλεται στην ιδεολογική «ανάγνωση» της σκηνοθεσίας. «Ουτοπική» ή όχι η κωμωδία του Αριστοφάνη ονειρεύεται ο «θεός» Πλούτος να μην πηγαίνει «τυφλά» στους λίγους. Να τον μοιράζονται δίκαια όλοι οι πολίτες και όλοι να τον αναπαράγουν με την εργασία τους, με τις τέχνες που τους «δίδαξε» η «θεά» Πενία. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος εκσυγχρονίζει το έργο, καθιστώντας το ρόλο της Πενίας (μια Πενία που παραπέμπει στη Γουίνι, στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ), έμμεσο προπαγανδιστή της άρχουσας «λογικής» ότι τέλειωσαν οι «ευτυχισμένες μέρες» που έζησε ο λαός μας (!!!) και ότι πρέπει να αποδεχτεί την Πενία του και το ΔΝΤ… Ο αισθητικός και ιδεολογικός προσανατολισμός της παράστασης απονεύρωσε τους «χυμούς» της αριστοφανικής κωμωδίας, την οποία υπερασπίστηκαν – κατά το δυνατόν – οι ερμηνείες των Αλέξανδρου Μυλωνά, Δημήτρη Λιγνάδη, Μάνιας Παπαδημητρίου (αλησμόνητη «Πενία» στην παράσταση του 1994), Λευτέρη Λουκαδή, Κωστή Καπελώνη.

  • «Οθέλος» από τη «Σαουμπίνε»
«Αχαρνής» (φωτογραφία από τη σκηνή της Παράβασης)

Αναμφίβολα ταλαντούχος, αλλά και αναμφίβολα αντιφατικός σκηνοθέτης, ο διευθυντής του γερμανικού θεάτρου «Σαουμπίνε», Τόμας Οστερμάγιερ, μετά από τη θαυμαστής αισθητικής λιτότητας και ρεαλιστικής ουσίας παράστασή του, με τον ιψενικό «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν» (στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών), συμμετέχοντας και στα Επιδαύρια με τον «Οθέλο», φανέρωσε ή ότι δεν του αρέσει ο Σαίξπηρ (κι ας δηλώνει το αντίθετο) ή ότι χρησιμοποιεί νεότερης γενιάς ηθοποιούς ως «πειραματόζωα» μιας μεταμοντέρνας, «εκσυγχρονιστικής» δήθεν, αισθητικής πρόκλησης …για την πρόκληση. Μετά τις εκφυλιστικής αισθητικής σκηνοθεσίες του με το «Ονειρο θερινής νυχτός» και τον «Αμλετ», ένα ακόμη σαιξπηρικό αριστούργημα αλλοιώνεται πλήρως, ως ποίηση, ως περιεχόμενο και μορφή. Η τραγωδία του Οθέλου μετατρέπεται σε παρωδία. Η γενναιότητα, η αγαθότητα, η ευγένεια, η καλοσύνη, η ερωτική φλόγα του Οθέλου, οι καημοί της μαύρης φυλής του, της καταπιεσμένης και εκμεταλλευόμενης από τους ρατσιστές ισχυρούς αφέντες και η έσχατη απελπισία του ότι, με την υποτιθέμενη «απιστία» της Δεισδαιμόνας, χάνει το μόνο πλάσμα που τον αγάπησε, καταποντίστηκαν στα ρηχά… Στην πισίνα που περιλάμβανε το τεράστιο αμερικανικής κακογουστιάς σκηνικό (κάκιστα το ΚΑΣ επέτρεψε αυτό το υπερμέγεθες, υπέρβαρο, επομένως επικίνδυνο για την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου σκηνικό, που δε φτιάχτηκε για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, με τα αναγκαία μέτρα σεβασμού του, αλλά για να χρησιμοποιηθεί μετά στη σκηνή της «Σαουμπίνε»). Ο Οθέλος του Οστερμάγιερ, δεν είναι ο μαύρος, που με τη γενναιότητα και την αξιοσύνη του ορίστηκε επικεφαλής της ναυαρχίδας της πανίσχυρης «γαληνοτάτης δημοκρατίας» της Βενετίας στην κατεχόμενη από αυτήν Κύπρο. Είναι ένας σημερινός λευκός, που τον πασαλείβει η Δεισδαιμόνα με λίγη μαύρη μπογιά, ίσα ίσα για να αποδειχθεί, στη συνέχεια, τίποτα περισσότερο από ένα μισόχαζο, ανόητο, θερμοκέφαλο ανθρωπάκι. Μπαίγνιο, έως εξευτελισμού, του Ιάγου. (Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η σκηνοθεσία μείωσε και ποσοτικά το ρόλο του Οθέλου, μεγεθύνοντας πέραν του δραματικού μέτρου το ρόλο του Ιάγου, ίσως προτιμώντας τον ηθοποιό στον οποίο ανέθεσε το ρόλο του Ιάγου, η ερμηνεία του οποίου ήταν η πιο ενδιαφέρουσα της παράστασης). Υποτίθεται ότι η σκηνοθεσία έκανε μια πολιτική «ανάγνωση» του έργου, μεταφέροντάς το στο σήμερα, στην κοσμοκρατορία των ΗΠΑ, όπου ο ρατσισμός κατά των μαύρων εξακολουθεί να βασιλεύει, ακόμα και όταν οι κατέχοντες τον πλούτο, δηλαδή την υπέρτατη εξουσία τους χρησιμοποιούν σε στελεχικές, ακόμα και ανώτερες εκτελεστικές, θέσεις (βλέπε τις ρατσιστικές βολές κατά του Ομπάμα). Ο Οστερμάγιερ, με την ασεβή προς το πρωτότυπο διασκευή και με την εντυπωσιοθηρικά φορτωμένη με περιττά ευρήματα σκηνοθεσία του έχασε την ευκαιρία να κάνει μια ουσιωδώς σύγχρονη «ανάγνωση» του σαιξπηρικού έργου.

  • ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: