Να το ξεχνάς ή να το θυμάσαι;

  • Μια αστραφτερή «Λυσιστράτη» απέναντι σε σκόρπιους, μισή μερίδα «Αχαρνής»
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, <span>14-08-10</span>
  • Αριστοφάνης Αχαρνής, σκην.: Σωτήρης Χατζάκης, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
  • Αριστοφάνης Λυσιστράτη, σκην.: Γιάννης Κακλέας, Εθνικό Θέατρο

Σχόλια θεατών που έβγαιναν από παραστάσεις κωμωδιών του Αριστοφάνη: «Τι αναισχυντία πάλι! Δεν πηγαίναμε καλύτερα στο Δελφινάριο;» (στους «Αχαρνής» του ΚΘΒΕ).

«Κι αυτή πάλι η μανία να βάζουν άνδρες-τραβεστί σε γυναικείους ρόλους… Ασε που ήταν η πρώτη φορά που δεν άκουσα στοιχεία για την πολιτική μας επικαιρότητα. Λες και δεν είχε ο Αριστοφάνης πολιτική θέση! Αραγε είναι αυτό θετικό ή αρνητικό;» (στη Λυσιστράτη του Εθνικού Θεάτρου).

«Εντάξει, αρκετά παλιομοδίτικη και πολύ comme il faut. Ασε εγώ ξέρω ιταλικά και μπορώ να κρίνω ως προς τη θαυμάσια ευκαμψία αυτής της γλώσσας. Ομως ιδού μια Λυσιστράτη που μας θύμισε τις παλιές καλές μέρες του Εθνικού με τη Μαίρη Αρώνη, όπως την είχα δει το 1957 και…»

Αυτό το τελευταίο το άκουσα έξω από το «Σχολείο» – της Ειρήνης Παπά όπως αδόκιμα λέγεται ένα σχολειό το οποίο δεν λειτούργησε ποτέ κι ούτε δείχνει ότι θα το κάνει και στο μέλλον. Αφορούσε μία Lisistrata di Aristofane από το Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος των Συρακουσών, από έναν επαρχιώτικο -με όλη την αρνητική σημασία της λέξης- θίασο ο οποίος έπαιζε το ίδιο και χειρότερα, όπως εδώ σε μας προ πεντηκονταετίας. Η σκηνοθεσία ήταν κάποιου Εμιλιάνο Μπροντσίνο.

Διαβάζοντας πριν από μερικές Κυριακές, στο άρθρο «Ο Αριστοφάνης γύρισε στα θυμαράκια» της Ολγας Σελλά, ότι «η αρχαία κωμωδία αντί να αναδυθεί αγγίζοντας το σήμερα, χάνεται πίσω από μια επιθεώρηση – αποθέωση της τηλεοπτικής αισθητικής», αντιλαμβάνεται κανείς πως ο Αριστοφάνης εξακολουθεί ν’ απασχολεί. Σχολιάζοντας τώρα τα παραπάνω σχόλια θεατών, ήδη από το 1845 ο Νεόφυτος Δούκας -ένας από τους σοφότερους ερμηνευτές των έργων του- γράφοντας για τη Λυσιστράτη συμπέρανε πως «προήλθε δ’ ουν ο ποιητής ενταύθα εις το έσχατον της αναισχυντίας…».

Κι όσο για τους άνδρες ηθοποιούς που παίζουν γυναίκες, μήπως έτσι δεν γινόταν και στην αρχαιότητα; Αν είχε πολιτική θέση ο Αριστοφάνης; Είχε και παραείχε! Πάντως μόνο «αριστερό» δεν θα μπορούσε να τον πει κανείς σήμερα.

Κι όσο γι’ αυτά που άκουσα για την ιταλική Lisistrata (sic) και για την παράσταση του 1957, αυτά πάλι μου θύμισαν όσα έγραφε στις αρχές του προπερασμένου αιώνα ο Emile Dechanel στο Etudes sur Aristophane: «Η χαρίεσσα αυτή γλώσσα η μοναδική εν τω κόσμω, επέτρεπε να λεχθώσι και τα τραχύτερα δια της ευκαμψίας της φράσεως να έπαιζον Ιταλοί τα εγχώρια όργανά των». (Η μετάφραση είναι της δεκαετίας του 1930 στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια.)

Δεν μου άρεσαν διόλου, οι σκηνοθετημένοι σκόρπια και με ένα πληθωρισμό μετριοτήτων «Αχαρνής» του Σωτήρη Χατζάκη. Protagonista assoluto ο Αθηναίος αγρότης Δικαιόπολις, ο οποίος αποφασίζει να κλείσει «ιδιωτική» συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες. Εξω φρενών οι καρβουνιάρηδες Αχαρνής τον κυνηγούν. Κι αυτός επιστρατεύει μέχρι και τον Ευριπίδη – ο οποίος στην παράσταση του ΚΘΒΕ εμφανίζεται ως drag Μαρινέλλα. Γιατί;

Είναι πολλά τα ερωτήματα για μια παράσταση όπου ο ανασφαλής πρωταγωνιστής (Σταμάτης Κραουνάκης) εμφανίζεται δίχως την παραμικρή σκηνοθετική καθοδήγηση. Οσο πιο γρήγορα τους ξεχάσουμε αυτούς τους «Αχαρνής», τόσο το καλύτερο.

Αντίθετα η «Λυσιστράτη» στην εμπεριστατωμένη με χειροπιαστά παραδείγματα επάνω στον πόλεμο των δύο φύλων, σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, με τις καλόγουστες αναφορές στο καμπαρέ και στην επιθεώρηση, συν έναν Βασίλη Χαραλαμπόπουλο να αστράφτει εξυπνάδα και ταλέντο στον ιδιαίτερα προβληματικό κεντρικό ρόλο, ήταν μια παράσταση που θα τη μελετάμε πολλά χρόνια. Οπως θα θυμόμαστε και το «σημερινό» ζευγάρι (Γιώργο Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη) που μας αιφνιδίασε με τον νατουραλιστικό καβγά τους στην αρχή, στη μέση και στο τέλος. Ηταν κι ένας έκτακτος Πρόβουλος (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), μια πρώτης τάξεως Μυρρίνη (Ελένη Κοκκίδου), ένας αστειότατος Λαέρτης Μαλκότσης ως Λαμπιτώ. Ευφάνταστα και καλόγουστα τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου και εξυπηρετικό το επικλινές σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη.

Τώρα, για τις μεταφράσεις του Κ.Χ. Μύρη τι να πει κανείς; Εμφανέστατα μεταλλαγμένες και στις δύο περιπτώσεις είναι ολοφάνερο ότι οι «δραματουργικές επεξεργασίες» ξεπερνούν τον μεταφραστή. Ενα γενικό συμπέρασμα: οι δύο καλοκαιρινές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, η «Λυσιστράτη» του Γ. Κακλέα και ο «Ορέστης» του Γ. Χουβαρδά ήταν από τις πλέον αξιόλογες παραστάσεις αυτού του καλοκαιριού.



Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: