«Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη

  • Αθωότητα και ενοχή
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 08/08/2010

Το νέο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη με τον τίτλο «Τόκος» δόθηκε σκηνοθετημένο από τον Λευτέρη Βογιατζή στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του φεστιβάλ. Η δράση εκτυλίσσεται στην πίσω αυλή ενός διώροφου σπιτιού, σε μια μη κατονομαζόμενη συνοικία. Ο χρόνος είναι απροσδιόριστος, μπορεί η δεκαετία του ’60, μπορεί και σήμερα. Τα πρόσωπα του έργου ανήκουν μάλλον στον χώρο ενός «λούμπεν» που συνδέει τον κόσμο της νύχτας με τις μυστικές υπηρεσίες στην εξουσία: προαγωγοί και αδίστακτοι «άνθρωποι για όλες τις δουλειές». Είναι όλοι συγκεντρωμένοι για να γιορτάσουν τη γέννηση ενός καινούργιου μέλους της οικογένειας.

Πληροφορούμαστε ήδη από την αρχή του έργου για ένα αιματηρό έγκλημα που βαρύνει την οικογένεια, όταν ο άντρας της «Ποπλίνας» έσφαξε την έγκυο νύφη του, ήδη μητέρα δώδεκα παιδιών, «για να την κάνει να σταματήσει να γεννάει σαν κουνέλα». Η Ποπλίνα, πρώην πόρνη και τώρα λαϊκή στιχουργός, διηγείται αυτό το περιστατικό με αθωότητα εκπληκτική, σαν να ήταν κάτι καθημερινό και συνηθισμένο. Ο άντρας της βρίσκεται στη φυλακή εκτίοντας την ποινή του, και ο γιος της στο ψυχιατρείο. Επίσης πληροφορούμαστε για την ύπαρξη ενός κατά συρροήν δολοφόνου που σκοτώνει έγκυες γυναίκες και παραμένει ασύλληπτος. Υπάρχει ακόμη η θετή κόρη του άλλου ζεύγους, μητέρα του μωρού του οποίου γιορτάζουν την έλευση, και ο άντρας της. Υπάρχει, τέλος, ένα τρίτο ζευγάρι, με τη γυναίκα επίσης έγκυο (κάτι που μαθαίνουμε στο τέλος) από τον εραστή της.

Ως καταλύτης όλων αυτών των περίπλοκων σχέσεων εμφανίζεται ένας μυστηριώδης φίλος της οικογένειας, άγαμος, άτεκνος, αγνώστων γονέων, κάτι ανάμεσα σε αναρχικό μηδενιστή και αρχάγγελο εξολοθρευτή, που απαξιώνει συνεχώς την ύπαρξη με διάφορα πολιτικοφιλοσοφικά τσιτάτα, προπαγανδίζει την καταστροφή του διεφθαρμένου κόσμου για να φτιαχτεί ένας άλλος, καλύτερος, επικαλείται την επικείμενη οργή των ουρανών και δηλώνει… ως άλλος Οιδίποδας ή Άμλετ, ότι η γέννηση είναι αμαρτία και ότι καλύτερα να μη γεννιέται κανείς. Όπως θα κατάλαβε ίσως ο αναγνώστης, αυτός είναι ο άγνωστος, ασύλληπτος δολοφόνος των εγκύων γυναικών. Αυτός ο άνθρωπος γοητεύει τη μητέρα του μωρού, η οποία το σκοτώνει, το πνίγει, διότι δεν ανέχεται την εξαναγκασμένη μητρότητα – ρόλο. Αποκαλύπτεται στο μεταξύ και η παράνομη σχέση της άλλης εγκύου γυναίκας και τη σκοτώνουν επί τόπου. Ο κατά συρροήν δολοφόνος και η μητροκτόνος… πληροφορούμαστε στο τέλος ότι… αναλήφθηκαν στους ουρανούς μέσα σε μια «αποκάλυψη». Το έργο, που ώς τώρα κολυμπούσε στα νερά μιας ρηχής ηθικολογίας, τελειώνει μεταφυσικά και θεολογικά!

Προσωπικά δεν ενοχλούμαι διόλου με την επίμονη, σε όλα τα έργα του, απαξίωση της ύπαρξης από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Θα τη δεχόμουν απολύτως, εάν ήταν δική μου. Αλλά, δυστυχώς, δεν είναι. Προέρχεται από αναφομοίωτες επιρροές, φοβάμαι, του σαιξπηρικού Άμλετ, μέσω Ζενέ, Κολτές και άλλων εκπροσώπων της σχολής των Γάλλων «καταραμένων». Επειδή και αν ακόμα δεχτούμε ότι ο Άμλετ του Σαίξπηρ απαξιώνει πλήρως την ύπαρξη, κάτι διόλου σίγουρο, πάλι δεν είναι εύκολο να το επαναλάβει κάποιος σήμερα, μάλιστα με τον κατηγορηματικό και απόλυτο τρόπο του κ. Δημήτρη Δημητριάδη. Ο οποίος δεν είναι βέβαια ούτε Σαίξπηρ ούτε Ζενέ, ούτε καν Κολτές. Ας κάνει τον κόπο να προσέξει ο συγγραφέας π.χ. τον έμμεσο, πλάγιο τρόπο με τον οποίο εισάγει ο Κολτές τη μορφή του Άμλετ στον δικό του «Ρομπέρτο Τσούκο», στην ουσία μέσω ενός «ραγισμένου καθρέφτη» που κρατά στα χέρια της η Οφηλία, και θα καταλάβει τι εννοώ.

Το έργο, ακόμη, επειδή ακριβώς είναι αφαιρετικό, απαιτεί μια γερή πραγματική βάση για να πατήσει. Με χαρακτήρες αληθινούς, αδρούς, κομμένους από το υλικό της ζωής. Αλλά δεν την έχει. Τα πλάσματά του είναι αχνά και φιλολογικά, που αναλίσκονται σε εύκολες ρητορείες και μας κάνουν μάθημα. Το έδαφος ενός ανεστραμμένου, αρνητικού ανθρωπισμού πάνω στο οποίο πατούν είναι ιδιαιτέρως ολισθηρό, με αποτέλεσμα, χωρίς κέντρο βάρους, να χάνουν διαρκώς τις ισορροπίες τους.

Ο Λευτέρης Βογιατζής κάνει ό,τι μπορεί για να στήσει το έργο στα πόδια του. Έχει προσέξει τον συμβολικό χαρακτήρα και αποφεύγει να φωτίσει ρεαλιστικά τα πρόσωπα ή τις καταστάσεις. Επιλέγει ένα ύφος αφηρημένου ρεαλισμού, αλλά το έργο δεν διαθέτει συμπαγή πυρήνα, όπως π.χ. τα έργα του Διαλεγμένου ή της Αναγνωστάκη, και συνεχώς ξεφεύγει στην αοριστία και στη γενικότητα. Το ωραίο αισθητικά σκηνικό της Ομπολένσκι, που προδιαθέτει όμως για κάτι άλλο, και οι φωτισμοί του Παυλόπουλου μάλλον παραπλανούν την παράσταση αντί να την προσανατολίζουν. Αρνητικοί παράγοντες αποδείχθηκαν επίσης η άθλια ακουστική του χώρου και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στα μικρόφωνα. Έχω πάντως την εντύπωση ότι στον φυσικό χώρο του Βογιατζή, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων, το έργο θα είχε καλύτερη τύχη.

Οι ηθοποιοί καταβάλλουν τεράστιο μόχθο και δίνουν τα πάντα για να ζωντανέψουν το έργο. Η Ρένη Πιττακή και η Λουκία Μιχαλοπούλου ζωγραφίζουν έξοχα, η κάθε μία με τα δικά της εκφραστικά μέσα, το δίδυμο πλάσμα της αθωότητας και της ενοχής της γυναίκας. Μια παράμετρος της παράστασης που συγκινεί, καθώς μοιάζει εδώ η παλιά φρουρά να παραδίδει τη σκυτάλη της μεγάλης τέχνης στα άξια χέρια της νέας. Γύρω τους οι Δημήτρης Ήμελλος, Παντελής Δεντάκης, Γιάννης Νταλιάνης, Αλεξία Καλτσίκη, Αγγελική Παπαθεμελή, Γιώργος Γάλλος, φτιάχνουν με στέρεες τεχνικές μια ιδανική «πινακοθήκη τεράτων» του νεοελληνικού γίγνεσθαι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: