«Αχαρνής» του Αριστοφάνη

  • Αριστοφανικά, μέρος δεύτερο
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 29/08/2010

Το σημείωμα της προπερασμένης Κυριακής ήταν αφιερωμένο στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Συνεχίζουμε σήμερα την αριστοφανική μας περιπλάνηση με την παράσταση ενός άλλου έργου του αττικού κωμωδιογράφου, τους νεανικούς «Αχαρνής».

Έγραφα ότι η ηγεμονία πάνω στις άλλες ελληνικές πόλεις, μετά τους περσικούς πολέμους που δεν είχαν καταστρέψει ριζικά την ισχύ του περσικού κράτους, ήταν πια ένας ιστορικός μονόδρομος για την Αθήνα, αν ήθελε να διατηρήσει την ελευθερία της και την ελευθερία της λοιπής Ελλάδας. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν καταχράστηκε ανεπίτρεπτα τη δύναμή της ή ότι δεν φέρει και η ίδια ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την ήττα της στον Πελοποννησιακό πόλεμο, όπου αντιμετώπισε τη συμμαχία των ολιγαρχικών δυνάμεων υπό την ηγεσία της Σπάρτης…

Θα προσθέσω σήμερα στα πιο πάνω ότι είμαστε ίσως ελαφρώς προκατειλημμένοι στον επιμερισμό των ευθυνών για όσα φοβερά έγιναν σε εκείνον τον πόλεμο, ρίχνοντας το κυριότερο βάρος στην αθηναϊκή δημοκρατία που καταχράστηκε το κύρος και τη δύναμή της. Ενώ έχουμε την τάση να ξεχνάμε τον λυσσαλέο πόλεμο εναντίον της, κρυφό ή φανερό, που είχε εξαπολύσει ως πέμπτη φάλαγγα εντός των τειχών της η ολιγαρχία, η οποία ποτέ δεν αποδέχθηκε την πολιτική της ήττα και την αφαίρεση των προνομίων της.

Ανάμεσα στους υπεύθυνους της μεροληπτικής αυτής στάσης, που κρατά ώς τις μέρες μας… είναι και ο σπουδαίος Αριστοφάνης, με την οξύτατη κριτική που ασκεί, όχι πάντα αδικαιολόγητα, στα έργα και τις ημέρες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Οι «Αχαρνής» του είναι μια νεανική κωμωδία γραμμένη στα 425, όταν ακόμη η Αθήνα μπορούσε και έπρεπε να κερδίσει τον πόλεμο. Θα πρέπει άρα να δούμε το αριστοφανικό αυτό έργο κάτω από τη σκοπιά των συγκεκριμένων κοινωνικών δομών που το γέννησαν και αντανακλά. Ανεξαρτήτως… του τι αποφάνθηκε για την Αθήνα η Ιστορία στη συνέχεια.

Τον πόλεμο, που διαρκεί ήδη έξι χρόνια, στηρίζει η πλειοψηφία της εκκλησίας του Δήμου στηριγμένη στη συμμαχία της μεσαίας τάξης των βιοτεχνών (μεταξύ τους βιοτέχνες όπλων) με τους παλιούς αγρότες, που οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις τούς έσωσαν από τη δουλεία (δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για απόμαχους του Μαραθώνα) και φοβούνται όσο τίποτε άλλο την επιστροφή της ολιγαρχίας. Εναντίον του πολέμου είναι η μειοψηφία των μικροκτηματιών και μικρεμπόρων, που βλέπουν τα συμφέροντά τους να πλήττονται από τον εμπορικό αποκλεισμό που η Αθήνα επιβάλλει στις γειτονικές αντίπαλες πόλεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο συντηρητικός Αριστοφάνης, με κτήματα στην Αίγινα, «στήνει» την ουτοπία του: ένας Αθηναίος πολίτης, τυπικό δείγμα των μικρομεσαίων στρωμάτων… αποφασίζει με δική του πρωτοβουλία, αφού πρώτα βάλει κυριολεκτικά «το κεφάλι του στον τορβά» μέχρι να πείσει τους σκληροτράχηλους μαραθωνομάχους Αχαρνείς… για το αγαθό των προθέσεών του, να κηρύξει ειρήνη με τη Σπάρτη για τον εαυτό του και την οικογένειά του, να σπάσει το εμπάργκο που έχει επιβάλει η Αθήνα στις εχθρικές πόλεις, να στήσει τον πάγκο του στην αγορά και να εμπορεύεται ελεύθερα με τον «εχθρό». Στο τέλος η ειρήνη και η συμφιλίωση θριαμβεύουν.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η «φαεινή ιδέα» πάνω στην οποία δομούνται οι «Αχαρνής». Μια κωμωδία που επέζησε όχι χάρις στα επικαιρικά στοιχεία της, αλλά επειδή πέρα από αυτά στοχεύει στο καθολικό και επειδή ο συγγραφέας της αποδείχθηκε ένας σημαντικός ποιητής.

Έτσι έφθασαν οι «Αχαρνής» ώς τις μέρες μας, και πώς να τους διαχειριστούμε;

Ένα ποσοστό αναλογίας είναι, πιστεύω, απαραίτητο, στο μέτρο που οι επισημάνσεις του Αριστοφάνη σήμερα δεν γίνονται κατανοητές από ένα σύγχρονο κοινό. Δεν πρέπει, όμως, να είναι τόσες και τέτοιες ώστε να αποδυναμώνουν τον σκελετό και να καταστρέφουν τη δομή της αυθεντικής κωμωδίας.

Από την παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη με το ΚΘΒΕ, με τις εκρηκτικές μουσικές του Σταμάτη Κραουνάκη και με τον ίδιο ως πληθωρικό και ακράτητο επιθεωρησιακό Δικαιόπολι, με τον Γρηγόρη Βαλτινό χαμηλότονο Λάμαχο, με τον ακμαίο Βουτσά στον ρόλο του πεινασμένου Μεγαρίτη, με σκηνικά του Πάτσα, με κοστούμια της Δρίνη, με χορογραφία του Ευαγγελινού, με φωτισμούς της Ντεκώ, ένα πανηγύρι, ένας χαμός, μια πολυχρωμία, τρελοί ρυθμοί, τζερτζελές και σαματάς, μου έμεινε στο τέλος μια αίσθηση ζαλιστικής υπερβολής. Όχι μόνο στις αναλογίες της καλής, κατά τα άλλα, μετάφρασης του Μύρη, που η παράσταση υπερέβη, αλλά γενικά στις δοσολογίες και στη χρήση του υλικού. Είδαμε την κουτάλα να ανακατεύει ασταμάτητα και φαγητό δεν είδαμε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: