Αντανάκλαση αντανάκλασης

  • Του Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ
  • Η ΑΥΓΗ: 22/08/2010

Είναι αδύνατο να καταλαβουμε τον «Ορέστη» του Ευριπίδη αν δεν έχουμε προηγουμένως κατανοήσει σε βάθος την «Ορέστεια» του Αισχύλου. Το ευριπιδικό δράμα ερμηνεύεται συνήθως, λόγω της καθυστερημένης εμφάνισης του Απόλλωνα, που παρεμβαίνει στο έργο μόλις την τελευταία στιγμή, ως «μαύρη κωμωδία», ως «γκροτέσκο», ως έργο προδρομικό του παραλόγου, ως δράμα ψυχολογικό, ως παρωδία και δεν ξέρω με ποιους άλλους όρους.

Η καθυστερημένη εμφάνιση σε αυτό του Απόλλωνα δεν είναι, όμως, κάτι καινούργιο. Και στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, την οποία συστηματικά σχολιάζει στα έργα του ο Ευριπίδης, ο Ζευς αργεί να κάνει την τελική του παρέμβαση. Προσωρινά νικημένος, εκτοπισμένος από μια πανίσχυρη τερατική γυναίκα, την Κλυταιμνήστρα, ο Ζευς επιστρέφει στο τέλος της τριλογίας του Αισχύλου από την «εξορία» μαζί με τον Ορέστη, που τον επικαλείται προσφεύγοντας ελεύθερα σε αυτόν, ενώ παίρνει την ίδια στιγμή αποστάσεις από τον χρησμό, τη ρητή εντολή του Απόλλωνα.

Προσφεύγει στην ανώτερη δικαιοσύνη του Δία, που δεν του έχει δώσει ώς τώρα καμία εντολή, δεν του έχει τίποτα υποσχεθεί και δεν του εγγυάται τη σωτηρία του. Κάνει, δηλαδή, ακριβώς ό,τι δεν έκανε ο πατέρας του, Αγαμέμνων, όταν βρέθηκε στη δεινή θέση να πρέπει να σφάξει το ίδιο το παιδί του ύστερα από τον τρομερό χρησμό της Αρτέμιδος: Επειδή, αν το έκανε, αν προσέφευγε στον Δία, που είχε δώσει την εντολή της εκστρατείας στην Τροία, θα έπρεπε τότε να υπαχθεί στους κανόνες του Δία, που απαγορεύουν τις ολοκληρωτικές καταστροφές, τις σφαγές αμάχων και όσα σήμερα ευσχήμως ονομάζονται από τους ισχυρούς «παράπλευρες απώλειες»!

Έχουμε έτσι, εδώ, την πρώτη εκδήλωση της αυτόνομης, ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου, με ορίζοντά της, όμως, τον Δία της πλήρους Δίκης, τον Σωτήρα – Δία! Στον ουσιαστικά πολιτικό λόγο του προς την αδελφή του Ηλέκτρα και τις κοπέλες του χορού, στο δεύτερο μέρος της τριλογίας, τις «Χοηφόρους«, ο Ορέστης εξηγεί τη θέση και τη στάση του απέναντι στον χρησμό.

Το αίτημα της ελευθερίας του ανθρώπου αποκτά τότε, στην αυγή της δημοκρατίας, για πρώτη φορά στην ιστορία, έναν χαρακτήρα οντολογικό. Δυστυχώς δεν έγινε ποτέ το επόμενο αποφασιστικό βήμα να αποκτήσει χαρακτήρα οντολογικό, σύμφωνα με τη σύλληψη του Αισχύλου, και η πολιτεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, μένοντας ώς την τελική της κατάρρευση δέσμια των σκοπιμοτήτων και της ανθρώπινης μικρότητας.

Μέσα σε αυτό το τρομερό κενό, το χάσμα μεταξύ του μεγαλειώδους οράματος του Αισχύλου και της στυγνής πραγματικότητας των καιρών, είναι κυριολεκτικά βυθισμένο το δράμα αυτό του Ευριπίδη. Στη δύση της Δημοκρατίας, έχουμε μια ανάστροφη πορεία του Ορέστη της ευριπιδικής τραγωδίας από την προαίρεση πίσω στην εντολή. Από την προσωπική ερμηνεία του χρησμού και από την ελεύθερη συνείδηση στην τυφλή πίστη, στην κατά γράμμα εκτέλεση της θεϊκής εντολής και στον «εκβιασμό» κατόπιν του θεού…

Η «Ορέστεια» του Αισχύλου τελειώνει με την επιβολή του πλήρους Διός επάνω στον Απόλλωνα, με την ανάδυση της δημοκρατικής πόλης και της ελεύθερης συνείδησης του πολίτη. Στον «Ορέστη» του Ευριπίδη θριαμβεύει εν τέλει ο εντολέας Απόλλων. Η Δημοκρατία στα χέρια των δημαγωγών και το όραμα του Αισχύλου να κείτεται σε συντρίμμια.

Το δράμα του Ειριπίδη, ένα δύσκολο, δισήμαντο έργο μιας μεταβατικής εποχής, στοχεύει ωστόσο στο καθολικό και εγγράφεται στον τραγικό χώρο. Ο ποιητής του δεν χλευάζει τους θεούς και δεν λοιδορεί τους ανθρώπους. Βλέπει προοπτικά και ιστορικά, με «θουκυδίδειο» βλέμμα, τους μεν και τους δε.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς θέλησε, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, να τετραγωνίσει τον κύκλο, ώστε να χωρέσει το έργο λοξά μέσα στη λοξή εποχή μας. Πατώντας πάνω στην καλή μετάφραση του ποιητή Στρατή Πασχάλη, πειραματίστηκε με όλες τις φόρμες: με το ελαφρύ θέατρο, με την κωμωδία, το αστικό δράμα, το μοντέρνο και το λεγόμενο μεταμοντέρνο, τη ροντηρική παράδοση, την οπερέτα, τη λαϊκή φάρσα και πλήθος άλλα. Δημιουργήθηκε έτσι μια σύγχυση κωδικών και το έργο του Ευριπίδη δόθηκε ως μια γκροτέσκο, αλλόκοτη αντανάκλαση αντανάκλασης μέσα στο παραμορφωτικό κάτοπτρο των καιρών μας.

Οι καιροί μας μπορεί να είναι πράγματι τραγικωμικοί, αλλά, δυστυχώς, το έργο δεν είναι τραγικωμωδία. Το εύρημα με τα παιδιά του σχολείου που επισκέπτονται ως εκδρομείς το αρχαίο θέατρο για να μεταβληθούν σταδιακά σε χορό της τραγωδίας, παλιό και ξαναζεσταμένο, εδώ δεν έδεσε τη συνταγή, καθώς εκφυλίστηκε γρήγορα σε παρωδία και «σίγησε». Η Ελένη, της καλής Τάνιας Τρύπη, σίγουρα δεν είναι «βαμπ» του Μεσοπολέμου, όπως διδάχθηκε. Ο Τυνδάρεω, του ικανού Χρήστου Στέργιογλου, δεν είναι ένας μαφιόζος, ούτε ο άγγελος (Μανώλης Μαυροματάκης) ένας μπουφόνικος ρόλος.

Ο Φρύγας του Καραθάνου δεν είναι πρόσωπο από φαρσοκωμωδία. Ο Μενέλαος του Καραζήση δεν είναι ένας άξεστος καραβανάς και, κυρίως, ο Απόλλων, με το άσπρο λαμέ κοστούμι, δεν είναι ένας λιμοκοντόρος της συμφοράς (Γιώργος Γλάστρας). Το εύρημα της τούρτας με τα κεράκια αισθάνθηκα να με προσβάλλει.

Κόντρα η Στεφανία Γουλιώτη (Ηλέκτρα) έπαιζε αυτά που ξέρει, όπως τα ξέρει, και μπράβο της. Δίπλα της ο Νίκος Κουρής λαμπερός «Ορέστης», Ο Κώστας Βασαρδάνης σταθερός Πυλάδης και η Γωργιάνα Νταλάρα (Ερμιόνη) μια ελπιδοφόρα παρουσία. Στα θετικά στοιχεία συγκαταλέγονται η μουσική, με αποσπάσματα έργων του Καλομοίρη, εκτελεσμένη έξοχα στο πιάνο από τον Βασαρδάνη, οι φωτισμοί του Παυλόπουλου και τα ωραία σκηνικά (Γιοχάννες Σουτς).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: