«Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό»

  • Ανανεωµένη παράδοση
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Η επιθεώρηση «Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό» είναι ένα καθαρό και τίµιο πολιτικό θέαµα Πριν από 37 συµπληρωµένα χρόνια, τον Αύγουστο του 1973, λίγους µήνες πριν από το Πολυτεχνείο, το πείραµα Μαρκεζίνη και των ανατροπή των «µαλακών» από τον σκληρό Ιωαννίδη, στο «Βήµα» είχα δηµοσιεύσει ένα εκτεταµένο δοκίµιο µε τον τίτλο «Επιθεώρηση, το πολιτικό µας θέατρο». Σε ένα χρόνο µετά το καλοκαίρι του 1973 στο Αλσος Παγκρατίου έσκασε η βόµβα του «Ελεύθερου Θεάτρου» µε το αξέχαστο «Και συ χτενίζεσαι». Η κριτική µου, τότε, ενθουσιαστική, δηµοσιεύθηκε είκοσι µέρες πριν από την εισβολή στην Κύπρο και είκοσι τέσσερις πριν από τη Μεταπολίτευση. Αν αναφέροµαι σ αυτά τα «αρχαιολογικά» δεδοµένα είναι από τη µια για να υπενθυµίσω την έµµονη και φανατική µου αφιέρωση σ αυτό το νεοελληνικό υβρίδιο θεάτρου και από την άλλη για να επισηµάνω πως η Επιθεώρηση είναι από την εποχή της γέννησής της (τρία χρόνια πριν από την εθνική πανωλεθρία του ηλίθιου πολέµου του 1897) συνυφασµένη µε τα καίρια, τραυµατικά ή δοξαστικά, πολιτικά γεγονότα ενός πλήρους αιώνος.

Η Επιθεώρηση τουλάχιστον µετά την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου, που δικαίως θεωρήθηκε ένας µέγας πολιτιστικός θεσµός Εθνικής Αισθητικής Παιδείας, είχε απαξιωθεί από τους λογίους και ιδιαίτερα από τους κριτικούς. Εκτός από τον Φώτο Πολίτη, που είχε σφοδρά επιχειρηµατολογήσει εναντίον της για φτήνια και χυδαιότητα, κανείς άλλος κριτικός έως το 1971 που ο υποφαινόµενος έγραψε το παραπάνω άρθρο και εν συνεχεία εµµόνως έκρινε µε τους ίδιους όρους, θετικά ή αρνητικά, µε το «σοβαρό» θέατρο τις επιθεωρησιακές παραστάσεις, κανείς, το ξαναλέω, δεν αξίωνε µια κρίση έστω και άκρως αρνητική και απαξιωτική.

Το 1971, δύο µήνες µετά την εµφάνισή µου στον κριτικό στίβο, βρέθηκα κατηγορούµενος για συκοφαντική δυσφήµηση διά του Τύπου.

Αξιώθηκα να αθωωθώ χάρη στη µαρτυρία του Τερζάκη, του Παύλου Παλαιολόγου, του Μπάµπη Κλάρα, του Στέφανου Ληναίου, του Αλέξη Δαµιανού αλλά και εξαιτίας της απροσδόκητης και εθελούσιας προσέλευσης του Μίµη Φωτόπουλου και του Νίκου Σταυρίδη. Προσήλθαν, όπως δήλωσαν, για να τιµήσουν τον άνθρωπο που ασχολήθηκε, έγραψε, επιχειρηµατολόγησε για το απαξιωµένο από τους λογίους λαϊκό και πολιτικό µας θέατρο.

Αν καταφεύγω σε αυτοβιογραφικά δεδοµένα δεν είναι για να ευλογήσω τα γένια µου (σαράντα χρόνια µετά), αλλά για να επαναφέρω στο προσκήνιο τη συζήτηση για την επιθεώρηση τώρα που κάποιοι άλλοι λόγιοι, ανιστόρητοι και θεατρικά άγευστοι (έστω κι αν κολυµπάνε µέσα στο ζελέ µιας ευρωπαϊκής τάχαµου θεατρικίλας) για να απαξιώσουν κάποιες σύγχρονες αριστοφανικές παραστάσεις (και ανεξάρτητα στο κατά πόσο έχουν δίκαιο ή άδικο για την κρίση τους), όταν θέλουν να τις καταδικάσουν, τις προσγράφουν µε ενός είδους δηµόσιο φτύσιµο στη «χυδαία» επιθεώρηση. Για να τους µπω λοιπόν στο µάτι, θα αντιγράψω την τελευταία παράγραφο από το άρθρο του 1972: «Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια (δηλαδή το 1968 _ σε πλήρη τροµοκρατική λογοκρισία της χούντας) η τύχη µάς έφερε ένα βράδυ στο θέατρο «Βέµπο». Ο Σταυρίδης σατίριζε µ ένα σαχλό κείµενο την Καρέζη (ήταν ντυµένος αµαζόνα όπως εκείνη στο φιλµ «Εκείνος κι Εκείνη»). Κάποια στιγµή και ενώ προφανώς το νούµερο δεν είχε τελειώσει, άρπαξε τη γυναικεία περούκα που φορούσε, πέρασε το χέρι του πάνω από τα βαµµένα χείλη, κοίταξε το κοινό και είπε: «Εκεί που µας καταντήσανε, τρωγόµαστε µεταξύ µας». Αυτή η αυθόρµητη προσθήκη, αυτή η χειρονοµία που κρατούσε κατευθείαν από την αριστοφανική παράβαση για µας, κι ας µου συγχωρηθεί, ήταν πιο ουσιαστικό θέατρο απ όλα τα παιγµένα και άπαιχτα έργα των νέων συγγραφέων µας» (και εννοούσα, βέβαια, έως τότε).

Η επιθεώρηση, όπως όλα τα θεατρικά είδη, πέρασε περιόδους ακµής, παρακµής και ασάφειας, ανάλογες, και θα το τολµήσω, µε το άλλο ακραίο είδος θεάτρου, το ποιητικό! Ολα τα είδη υποκύπτουν είτε στον συρµό κάπως νεοφανών είτε στην εξάντληση συχνά της συνταγής τους είτε στην έκλειψη ταλέντων στη γραφή ή στη µίµηση.

Τα τελευταία χρόνια µόνο λίγες φορές ξύπνησε το αρχαίο άλας (π.χ. Φασουλής, Λαζόπουλος) και η σάτιρα, περισσότερο κοινωνική ή κοσµική και λιγότερο πολιτική πέρασε στη µαζική τηλεόραση µε σπάνια δείγµατα ποιότητας. Η παραδοσιακή µάλιστα επιθεώρηση έπεσε στην παγίδα να αντλεί σατιριζόµενο υλικό όχι από τη ζωή και την πολιτική κονίστρα αλλά από τη θεµατολογία και τη δηµοφιλία στο µεγάλο κοινό των τηλεοπτικών δρώµενων έστω και για να τα ξεµπροστιάσει.

Στην τελευταία προσπάθειά του π.χ. ο Φασουλής δεν είχε ούτε ένα νούµερο να παραπέµπει ή να υπαινίσσεται τηλεοπτική θεµατική.

Φέτος υπάρχει µία µόνο επιθεώρηση στη θερινή Αθήνα, όταν κάποτε ήταν το οικογενειακό θέαµα σε ποικίλες εκδοχές. Και όµως η επιθεώρηση «Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό» είναι ένα καθαρό και τίµιο πολιτικό θέαµα στη σατιρική στέγνα της πρωτεύουσας στο θέατρο «Αθήναιον» στην Πατησίων.

Οι δύο συγγραφείς Ν. Σπυρόπουλος και Γ. Γαλίτης στο κύριο σώµα της παράστασης, στην αριστοφανικότατη παράθεση στιγµιοτύπων µε νούµερα που παρουσιάζονται από τυπικές κοινωνικές φιγούρες της παράδοσης του είδους που είναι και σύγχρονες (πειναλέων, γηραιός συντηρητικός καθηγητής, µαθήτρια φρικιό και «ουσιοµανής», χασαπάκι ξίκικο, κυρία σε απόγνωση, σεξοµανής αγρότης µατσωµένος, αδιάκριτη καµαριέρα διασηµότητος αγοραίας, γριά αριστοφανικότερη από τις γριές των «Εκκλησιαζουσών» και της τεκνατζούς του «Πλούτου») µε ποιότητα και στυλ και µέτρο και ευρηµατικότητα και ακαριαία ατάκα συγκροτούν έναν εύφορο σατιρικό ιστό καίριο και τολµηρό.

Η παρουσία στο λαϊκό πάλκο της Σόφης Ζαννίνου που αναβιώνει τα παλιά στέκια µε έξοχα ερµηνευµένα τραγούδια και το µικρό αλλά εύχυµο µπαλέτο δροσερών κοριτσιών συµπληρώνουν χωρίς τάσεις γιγαντοθεάµατος το παλιό πρόγραµµα, που απαιτούσε χορό και ροµάντζα. Στα νούµερα οι ηθοποιοί εκτός του προσωπικού τους κώδικα (κανόνα στο είδος) µε την αβάντα της Εύας Γαλάνη, της Τίσσας Βασιλάκη σχεδιάζουν και εκτελούν µε µέτρο και ευθυβολία το καίριο κείµενο.

Ο Ζωνόρος καλύτερος από κάθε άλλη φορά, η Χριστίνα Ψάλτη σε συνεχή εξέλιξη και θαυµάσιους ρυθµούς, ο Κώστας Ευριπιώτης, µε πείρα αλλά και άρτια τεχνική και εξαίσια πάσα της ατάκας, εξελίχτηκε σε πρώτο νούµερο του είδους. Η Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, αυτός ο θηλυκός κλόουν, έδωσε µια παραλλαγή µαθήτριας στο γνωστό µονόπρακτο του Ιονέσκο έξοχη.

ΙΝFΟ

«Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό» στο θέατρο «Αθήναιον» (Πατησίων 55, τηλ. 210.8236400) 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: