Φ. Ντοστογιέφσκι «Δαίμονες», σκην.: Πέτερ Στάιν. Ελληνικό Φεστιβάλ

  • Προφητικοί, 12ωροι Δαίμονες
  • Στρωτή, ρεαλιστική, με χαμογελαστές αναφορές, η παράσταση – μαμούθ του Πέτερ Στάιν
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Iουλίου 2010
  • Φ. Ντοστογιέφσκι «Δαίμονες», σκην.: Πέτερ Στάιν. Ελληνικό Φεστιβάλ

Το σημείο αναφοράς ήταν: μια παράσταση–μαμούθ, ένα έργο που θα διαρκούσε 12 ώρες. Κάπου 9 ώρες θέατρο και το υπόλοιπο για διαλείμματα μεσημεριανού, βραδινού και τσιγάρου. Αρτος και θέαμα στην κυριολεξία. Βασισμένη στο μυθιστόρημα «Οι δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο 73χρονος Πέτερ Στάιν «με το βιβλίο στο χέρι» κάνει μια επιτυχημένη και λεπτομερή ανάγνωση της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όταν ο ήπιος φιλελευθερισμός των πατεράδων συγκρουόταν με τους ακραίους αναρχικούς γιους, οι οποίοι δεν γνώριζαν καμιά ηθική αναστολή μπρος στον τελικό στόχο που ήταν η επανάσταση. Και οι δαίμονες; Ποιοι είναι οι δαίμονες στη συγκεκριμένη περίπτωση;

Για να αντιγράψω τα –απίστευτα!– λόγια του ίδιου του σκηνοθέτη, οι Δαίμονες του τίτλου «δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι ασθένειες και οι παράνοιες μιας νέας γενιάς, η οποία έχει χάσει την πίστη της στη θρησκεία και κατέληξε να γίνει θύμα της ιδεολογίας» (στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ του Λίνκολν Σέντερ, όπου «Οι Δαίμονες» παίχθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο – στο http://www.lincolncenter.org/index.php/lcf-2010-the-demons).

Ξαφνιάστηκα σφόδρα γιατί, παρακολουθώντας την πορεία του Στάιν, τον θεωρούσα τουλάχιστον συνοδοιπόρο ιδεολογικά με τον συνομήλικό του «σταρ» του τότε προοδευτικού φοιτητικού κινήματος, τον αριστερής ιδεολογίας Ρούντι Ντούτσκε. Και να μιλάει τώρα για «θύματα ιδεολογίας» και για παραστρατημένους από τη θρησκεία…

Πάντως, ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι δείχνει να προβλέπει το μέλλον της πατρίδας του. Δείχνει να σκιαγραφεί έναν νέο κόσμο και, κυρίως, μια νέα σκέψη, η οποία θα οδηγήσει πενήντα χρόνια αργότερα στον σταλινισμό και, σε άλλα πενήντα, στον σημερινό καπιταλισμό. Περιγράφει μια μελλοντική, σοσιαλιστική, Ρωσία σαν «εκφυλισμένο εργατικό κράτος» –σύμφωνα με τη θεωρία του Τρότσκι– το οποίο στη μετα-Γκορμπατσόφ εποχή μεταβάλλεται σε κράτος όπου κυριαρχούν ο ματεριαλισμός, ο ορθολογισμός, ο νιχιλισμός των παιδιών της εποχής των Δαιμόνων – γύρω στα 1870.

Στο μυθιστόρημα κυκλοφορούν λογιών λογιών χαρακτήρες, οι οποίοι αλληλοσυγκρούονται, αλληλοερωτεύονται, αλληλοσκοτώνονται και συχνά παραφρονούν. Ομως μέσα στην ιστορία αυτή υπάρχει και άφθονο χιούμορ και κωμικό στοιχείο. Κι αυτό που πέτυχε ο Στάιν ήταν να αναδείξει αυτές τις «αστείες» καταστάσεις που διανθίζουν το κείμενο (κάτι το οποίο δεν είχαμε καν υποπτευθεί ότι υπάρχει στην άτυχη, ολόστεγνη παράσταση των «Δαιμόνων» που είχε σκηνοθετήσει πριν από τέσσερα χρόνια η Μάγια Λυμπεροπούλου). Επίσης εδώ ήταν εντυπωσιακή η πληθώρα των ηθοποιών (τα πρόσωπα στη σκηνή ήταν καμιά τριανταριά) που ολοζώντανα, δηλαδή ρεαλιστικότατα, συνυπήρχαν, διαλογίζονταν, κυκλοφορούσαν – με ολοκάθαρα σχεδιασμένους χαρακτήρες ο καθένας τους. Ομως, δίχως να «συναντιούνται» ποτέ ουσιαστικά αναμεταξύ τους. Σπάνια έχουμε δει τόσους «αντι-ήρωες» μαζεμένους μαζί. Κι αυτό ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική άποψη.

Υπήρξαν πολλές χαμογελαστές αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα με κορυφαία αυτή του Στέπαν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι (Ελία Σίλτον), ο οποίος εμφανίστηκε σαν πορτρέτο του Καρλ Μαρξ. Και ασφαλώς ξεχώρισε με τον απλώς και μόνο φαινομενικά άτεγκτο αλλά στην ουσία ευλύγιστο χαρακτήρα της, η Μανταλένα Κρίπα στον ρόλο της Βαρβάρα Πέτροβνα.

Η παράσταση ήταν στρωτή, ρεαλιστικά αφηγηματική, δίχως «μοντερνιές» και σκηνοθετικές εκκεντρικότητες – όπως σε πολλές προηγούμενες δημιουργίες του ίδιου σκηνοθέτη, ο οποίος έδειξε να αρέσκεται γενικώς σε μεγαλειώδη, τουλάχιστον σε διάρκεια, θεάματα. Πριν από τέσσερα χρόνια η παράσταση του «Βάλενσταϊν», του Γερμανού στρατηγού – ήρωα στον 30ετή πόλεμο κρατούσε δέκα ώρες, ενώ μνημειακή έμεινε η –ασφαλώς φλύαρη– 21ωρη σκηνοθεσία του επάνω στον Φάουστ του Γκαίτε.

Εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο θεατής: προς τι αυτές οι πάμπολλες ώρες, οι οποίες καταδικάζουν τέτοιου είδους παραστάσεις να παίζονται μόνο Σαββατοκύριακα; Μήπως είναι απλώς η μεγαλομανία του δημιουργού της; Ασφαλώς και υπάρχει κάποιος άλλος λόγος γι’ αυτό. Ο θεατής ξεπερνά σιγά σιγά τον μόνιμο ρόλο του απλού θεατή και γίνεται αναγκαστικά κι αυτός μέρος μιας παράστασης, την οποία «ζει» λίγο λίγο. Διάβασα κάπου ότι το κοινό θα είχε την ευκαιρία να συν-τρώει με τους ηθοποιούς στα μεγάλα διαλείμματα, κάτι που θα το έφερνε πλησιέστερα στην πλοκή και στα πρόσωπα του έργου. Ομως στον ανοιχτό χώρο πίσω από το θέατρο στην Πειραιώς 260 δεν είδα κανέναν από τους –Ιταλούς– ερμηνευτές να κολατσίζει μαζί μας. Μπορεί αυτό να συνέβη –ή να συμβεί– στο Αμστερνταμ, στη Βιέννη, στο Μιλάνο ή στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στο Φεστιβάλ του Λίνκολν Σέντερ, όπου το εισιτήριο κόστιζε από 175 έως 225 δολάρια. Ενας δημοσιογράφος υπολόγισε πως η ώρα ερχόταν στα 18,75 δολάρια –14,92 ευρώ– συμπεριλαμβανομένου του φαγητού. Αντίστοιχα σ’ εμάς η ώρα κόστισε μόνο 2,77 ευρώ – δίχως φαγητό. Είναι κι αυτό μια αξιοσημείωτη παρηγοριά στις λιτές εποχές που ζούμε

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: