Γεύση Ντοστογέφσκι

  • «Οι δαίμονες», βασισμένο στο μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογέφσκι, σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Ηταν ίσως από τις ελάχιστες φορές στο θέατρο που το χειροκρότημα του τέλους είχε διπλό αποδέκτη: όχι μόνο τους ηθοποιούς που υποκλίνονταν επί σκηνής αποκαμωμένοι αλλά και εμάς τους ίδιους τους θεατές που είχαμε καταφέρει να φτάσουμε, σώοι και αβλαβείς, ως το τέλος αυτού του μαραθωνίου: της δωδεκάωρης παράστασης «Δαίμονες», σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, που άρχισε στις 11.00 και ολοκληρώθηκε στις 23.00 του περασμένου Σαββάτου.

Ακούγεται εντυπωσιακό πράγματι, ειδικά αν κρίνει κανείς από τις αντιδράσεις φίλων και γνωστών που ρωτούσαν εκ των υστέρων με θαυμασμό «Το είδες όλο; Πώς ήταν;». Τέσσερις ημέρες αργότερα, όταν γράφεται το κείμενο αυτό και οι εντυπώσεις έχουν ωριμάσει, η δοκιμασία μας δεν φαντάζει δα και κατόρθωμα. Ναι, πράγματι, η κούραση ήταν μεγάλη, το σώμα στριμωγμένο σε αυτές τις άβολες πάνινες καρέκλες της Πειραιώς 260 δεινοπαθούσε, παρακαλούσε για λίγο χώρο, η νύστα καραδοκούσε κυρίως τις μεσημεριανές ώρες, και η αίσθηση ότι δοκιμάζει κανείς τις αντοχές του ήταν έντονη. Προσωπικά δεν πίστευα ότι θα τα έβγαζα πέρα καθώς τρέφω τρομερή καχυποψία απέναντι στις παραστάσεις μακράς διαρκείας. Θεωρούσα την επιλογή του Στάιν επιτηδευμένη, επιδεικτική, λες και όποιος δεν μπορεί να περάσει μισό εικοσιτετράωρο προσκολλημένος στον βωμό της Τέχνης, αν δεν πονέσει σύγκορμος, δεν θεωρείται άξιος θεατρόφιλος υψηλών προδιαγραφών.

Ο Στάιν, βέβαια, ο μεγαλύτερος σταρ σκηνοθέτης της μεταπολεμικής Γερμανίας, δεν «μασάει». Θεωρεί τον εαυτό του ειδικό σε αυτά τα γιγαντοθεάματα ναπολεόντειων επιδιώξεων, και όχι άδικα: το 1971 ανέβασε τον «Πέερ Γκυντ» του Ιψεν (εξίμισι ώρες) και το 1980 την «Ορέστεια» του Αισχύλου (εννέα ώρες), ενώ το 2000 παρουσίασε ολόκληρο τον «Φάουστ» του Γκαίτε σε μια παράσταση 21 ωρών η οποία- παρά τα πανάκριβα εισιτήρια- ήταν sold out για ενάμιση χρόνο στο Αννόβερο, στο Βερολίνο και στη Βιέννη.

Ο «Φάουστ» έτυχε πάραυτα της χειρότερης υποδοχής από τον γερμανικό Τύπο. Φαίνεται ότι οι συμπατριώτες του κριτικοί έφριξαν με την έλλειψη φαντασίας και την αφόρητη διάθεση κυριολεξίας του Στάιν, ο οποίος τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια έχει απαρνηθεί το th tre d΄ auteur και έχει ταχθεί στην υπηρεσία των μεγάλων κλασικών συγγραφέων, το έργο των οποίων φιλοδοξεί να μεταφέρει όσο το δυνατόν πιο ατόφιο, με λιγότερες περικοπές, στη σκηνή.

Στους «Δαίμονες» έγινε προφανές ότι ο σκηνοθέτης που άφησε εποχή ως επικεφαλής της βερολινέζικης Σαουμπύνε την ταραχώδη δεκαετία του 1970, ο σκηνοθέτης που έχει υπογράψει μερικές από τις πιο πρωτοποριακές παραστάσεις του δεύτερου ημίσεος του 20ού αιώνα, βρίσκεται πλέον σε άλλη φάση. Ο 73χρονος Στάιν έχει βαρεθεί τις τάσεις, τα πειράματα, τα ευρήματα, την «άποψη»: θέλει να λέει ιστορίες. Ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, με συναρπαστικούς ήρωες και πυκνή δράση, ιστορίες που γοητεύουν χωρίς να ανατρέπουν, να αποδομούν, ή να σφυρίζουν οποιονδήποτε άλλον τέτοιο μεταμοντέρνο σκοπό.

Ποιοι είναι οι Δαίμονες; Δεκάδες πιθανές απαντήσεις προσφέρονται όσο διαρκεί αυτό το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα και το φως σιγά σιγά σβήνει έξω από τα μεγάλα παράθυρα της αίθουσας. Ο μηδενισμός, ο αναρχισμός, ο κομμουνισμός, ο σοσιαλισμός, ο υλισμός, ο ωφελιμισμός, και προπαντός ο αθεϊσμός, όλες ιδέες ευρωπαϊκής προέλευσης, απειλούν τη Ρωσία των τελών του 19ου αιώνα. Ομάδα επαναστατημένων νέων της εποχής υιοθετεί απερίσκεπτα, από ανία ή από μιμητισμό, τα ξενόφερτα ιδεολογικά ρεύματα της μόδας και επιχειρεί να τα εφαρμόσει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη με καταστρεπτικές συνέπειες. Αυτό το «πνευματικό χάος», όπως το χαρακτηρίζει ο Αφηγητής, έχει «κάτι δαιμονιακό» και συμπαρασύρει στον όλεθρο μεγάλο μέρος των ηρώων οι οποίοι καλούνται να ξορκίσουν ο καθένας τους δικούς του, προσωπικούς δαίμονες, σε μια αγωνιώδη μάχη που οδηγεί συνήθως στον θάνατο ή στην αυτοκτονία.

Ο κόσμος του ρώσου συγγραφέα είναι εξαιρετικά σύνθετος και σκοτεινός και ο Στάιν αφιέρωσε μεγάλο μέρος των δυνάμεών του στη διασκευή του μυθιστορήματος για το θέατρο. Ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα- καναπές, χαλί, δύο κρεβάτια, μερικές καρέκλες- και πολλοί ιταλοί ηθοποιοί- 26 για την ακρίβεια- ήταν τα «εργαλεία» που χρειάστηκε ο σκηνοθέτης προκειμένου να στήσει το δωδεκάωρο θέαμά του (με έξι διαλείμματα, συνολικής διάρκειας τριών ωρών).

Ο σκηνοθέτης δεν προσπάθησε να προτάξει τη δική του ερμηνεία πάνω στο κείμενο του Ντοστογέφσκι. Η ανάγνωσή του είναι όσο το δυνατόν πιο «αντικειμενική», σαν να στέκεται έξω από ένα παράθυρο και να παρακολουθεί ή σαν να κρατάει μια κάμερα και να καταγράφει. Δεν απομονώνει, δεν μεγεθύνει, δεν αναλύει. Πράγματι, υπήρχε μια μάλλον κινηματογραφική προσέγγιση στην αφήγηση, διαδοχή πλάνων σε χρονολογική σειρά, έμφαση στην ξεκάθαρη, ρεαλιστική παρουσίαση των γεγονότων και των διαλόγων καθώς και στη σκιαγράφηση των ηρώων. Ταυτόχρονα δεν απουσίαζαν το χιούμορ και η σατιρική διάθεση, ειδικότερα όσον αφορά τα πιο πολιτικά μέρη του έργου (βλ. η συνέλευση των σοσιαλιστών). Θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορήσει κανείς το εγχείρημα για απλοϊκότητα- όπως χαρακτηριστικά ακούστηκε από θεατή «θυμίζει κλασικά εικονογραφημένα». Μη έχοντας διαβάσει το μυθιστόρημα, παρακολούθησα τους «Δαίμονες» με σχεδόν αμείωτο ενδιαφέρον, σαν να έβλεπα στην τηλεόραση ένα καλογυρισμένο σίριαλ εποχής (κατά προτίμηση αγγλικής παραγωγής). Βρήκα τον κόσμο του Ντοστογέφσκι να με απορροφά, ακόμη και σε αυτήν τη «βασική» εκδοχή, με παλιομοδίτικη αντίληψη και ερμηνείες, με κλασική μουσική και μακριές κουρτίνες, όπου κυρίαρχο μέλημα καθίσταται η κατανόηση της πλοκής και των ηρώων αλλά και η εξασφάλιση έντονης συγκίνησης όταν πεθαίνουν αγαπημένα πρόσωπα. Συνεπώς, παρ΄ όλες τις ενστάσεις, στο ερώτημα «άξιζε τον κόπο η δωδεκάωρη προσήλωση;» θα απαντούσα «ναι».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: