«Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν από τη Σάουμπινε του Βερολίνου – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Οι φυλές των Μπόρκμαν

  • «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν από τη Σάουμπινε του Βερολίνου – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Απαλλαγμένη από βελούδινα σαλόνια του 19ου αιώνα, χειμωνιάτικα νορβηγικά τοπία, παράκαιρα βαρίδια του κειμένου, αλλά και από τη διφορούμενη μαγεία της επιχειρηματικής φυλής των Μπόρκμαν, που ανασαίνει ανάμεσα σε αδίστακτη απληστία και ρομαντικούς οραματισμούς (Μπόρκμαν: «λατομεία, ορυχεία!

Γιόζεφ Μπίερμπιχλερ, Ρίτερ Ντένε, Ανγκελα Βίνκλερ: τρεις κορυφαίοι  του γερμανικού θεάτρου

Γιόζεφ Μπίερμπιχλερ, Ρίτερ Ντένε, Ανγκελα Βίνκλερ: τρεις κορυφαίοι του γερμανικού θεάτρου

Ευημερία για όλους, για χιλιάδες κόσμου!») – η παράσταση του Βερολίνου επιχειρεί μια στεγνή, αντικειμενική μεταγραφή της πτώσης ενός μεγιστάνα του χρήματος.

Ηταν δύσκολο να μη διαβάσει κανείς πίσω από το όψιμο δράμα του Ιψεν (1897) τίτλους της τρέχουσας επικαιρότητας, όπως χρεοκοπία, τραπεζική κρίση, επενδυτικά πλάνα υψηλού ρίσκου. Ομως εδώ, σ’ έναν ασαφή δευτερεύοντα ρόλο περιορίζεται η αναψηλάφιση της φιλοσοφίας του καπιταλισμού στη βιομηχανική εποχή, στο άγουρο ακόμη μεγαλείο της, και οι παραλληλισμοί με τον ξεβρακωμένο, αρπαχτικό καπιταλισμό 110 χρόνια μετά.

Επίκεντρο της 100λεπτης βραδιάς είναι η τριαρχία των κορυφαίων του γερμανικού θεάτρου -Ανγκελα Βίνκλερ, Ρίτερ Ντένε, Γιόζεφ Μπίερμπιχλερ, που όμως έλαμπε λιγότερο φωτεινά από ό,τι περιμέναμε, ο καθένας στη δική του τροχιά. Στο γυμνό, αφιλόξενο, κατάφωτο σκηνικό του περίφημου Γιαν Πάπελμπαουμ, ομίχλες τρυπώνουν από παντού, αθόρυβα, όπως η ξαφνική εμφάνιση της Ελλα δίπλα στον μοναδικό καναπέ, όπου είναι θρονιασμένη η ευτραφής δίδυμη αδελφή της. Κοριτσίστικη και αμήχανη φαντάζει η παλιά αντίζηλος, όμως το καταχωνιασμένο μίσος χρόνων δεν αργεί να ξεμυτίσει. Ελεγχόμενα, ακριβώς υπολογισμένα, αν και λίγο αλαφροΐσκιωτα, η γεροντοκόρη Ελλα της Βίνκλερ διεκδικεί δικαίωση για την ερημιά που της απέφερε η προδοσία ενός άνδρα που επέλεξε έναν γάμο συμφέροντος με την αδελφή της. Αλλά και η αδελφή της, το άλλο μισό τής ταιριαστής ανόμοιας δυάδας, διεκδικεί αποκατάσταση της οικογενειακής τιμής μετά την εξευτελιστική χρεοκοπία του ίδιου άνδρα.

Μάνα και θεία ξιφομαχούν πλέον για τη μοιρασιά του «υπέροχου γιου», στον οποίο γραπώνονται σαν πεινασμένα βαμπίρ για λύτρωση και εκδίκηση. Μόνο που, με έναν θανατηφόρο σκηνοθετικό ελιγμό, η νέα γενιά εκπροσωπείται από έναν υπέρβαρο, μυωπικό, ανίκανο μπούλη, επιπλέον χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τα υπαρξιακά αδιέξοδα των συγγενών του. Σύντομα, με μια αρχέγονη κραυγή, «Είμαι νέος και θέλω να ζήσω!!», ο νεαρός απόγονος θα εγκαταλείψει το οικογενειακό φρενοκομείο προς άγνωστη κατεύθυνση με μια ζωηρή 40άρα.

Το χαριτωμένο «dance macabre» συμπληρώνει εκείνος, η -κατά Ιψεν- μεγάλη τραγική μορφή του αποτυχημένου καπιταλιστή μεταρρυθμιστή (μόνο ο Φρανκ Κάστορφ τον έβρισκε αρκετά γελοίο ήδη το ’92). Ο οικονομικός κολοσσός και ανήλεος κερδοσκόπος, που τώρα ακούμε να βηματίζει πέρα – δώθε στο καταφύγιο του επάνω πατώματος, έσυρε στην καταστροφή εαυτόν, επενδυτές και οικογένεια, πλήρωσε με οκτώ χρόνια φυλακή και μια κατ’ οίκον απομόνωση χωρίς τέλος, όμως ποτέ δεν αμφέβαλε για την αποστολή του. Ο Μπίερμπιχλερ τον υποδύεται λακωνικά, βαρύθυμα, σαν ένα άκεφο θηρίο σε κλουβί, υποτίθεται έτοιμο για νέες εξορμήσεις.

Πράγματι, είναι δύσκολο να παίξεις «Μπόρκμαν» χωρίς ειρωνεία. Φράσεις όπως «Ο μόνος που έβλαψα είναι ο εαυτός μου» από έναν απατεώνα ολκής, προκαλούν θυμηδία, επίσης μεγαλοστομίες όπως «Οσφραίνομαι τα αιχμαλωτισμένα εκατομμύρια, αισθάνομαι τις φλέβες των μεταλλευμάτων να με αγκαλιάζουν εκμαυλιστικά». Ομως, η απομυθοποιητική διάθεση της σκηνοθεσίας καταπίνει όχι μόνο ατμόσφαιρες και συμβολισμούς, αλλά και συγκρούσεις που όφειλε να ξεσκεπάσει. Ακόμα και η μοιραία έξοδος θανάτου του Μπόρκμαν στη χιονοθύελλα, ύστερα από χρόνια αυτο-εγκλεισμού, συνοψίζεται σε ένα σχεδόν απαρατήρητο, σχεδόν γελοίο βούλιαγμα στην πολυθρόνα.

Η ξαφνική καταιγίδα, το βράδυ της πρεμιέρας πάνω στη μεταλλική στέγη της αίθουσας Η, ήταν τόσο κυρίαρχη που μεγάλο μέρος τής παράστασης θύμιζε παντομίμα με υπέρτιτλους. Ηταν άραγε αυτή η αιτία που ο Ιψεν της Σάουμπινε φάνταζε απονευρωμένος, ρηχός και χωρίς στόχο; *

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: