«Δυτικά της πόλης»: αναλόγιο με κείμενα του Γιώργου Χειμωνά

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010

Έγραφα παλιότερα για τον Γιώργο Χειμωνά ότι πρόκειται ίσως για τον πιο δυτικότροπο συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας. Με τα παράθυρα της γραφής του φραγμένα στον ήλιο, να αντικρίζει μονίμως το έρεβος που είναι η ινδοευρωπαϊκή λέξη από την οποία πολλοί πιστεύουν ότι παράγεται το όνομα της Ευρώπης. Η γραφή του Χειμωνά αποτελεί ένα είναι ακέραιο, αλλά προσανατολισμένο προς θάνατον. Στη σκιά της διδασκαλίας του Εγέλου, όπως την ανασκεύασε ο Χάιντεγκερ τοποθετώντας την κάτω από τη λάμπα της ψυχανάλυσης, χωρίς όμως να αλλάξει ριζικά τους ουσιώδεις όρους της.

Χέγκελ και Χάιντεγκερ, μέσα από μια σειρά αναγνώσεων κλασικών έργων, όπως η Αντιγόνη του Σοφοκλή και ο Άμλετ του Σαίξπηρ, φωτίζουν τα τοπία της ύπαρξης, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αλλά πάντα κάτω από το πρίσμα ενός λιγότερο ή περισσότερο υπερκείμενου «κατευθυντήριου λόγου». Υποτάσσοντας έτσι την αίσθηση στην ιδεολογική σκοπιμότητα. Σε ένα αίτημα «καθαρότητας» των προθέσεων του δρώντος υποκειμένου της Ιστορίας, με παράλληλη παραγνώριση της πολλαπλότητας των ανθρώπινων κινήτρων, που έφερε πάντα στην πράξη τα αντίθετα των επιδιωκομένων αποτελέσματα: ποταμούς αιμάτων, ένα γενικό «μπλακ άουτ» των αξιών και μια έκλειψη διαρκείας του πολιτισμού. Όταν η ανάγνωση της Αντιγόνης από τους Χέγκελ – Χάιντεγκερ, που καθορίζει ως σήμερα την αισθητική μας, βλέπει την ηρωίδα κάτω από τη σκοπιά μιας οικογενειακής αποκλειστικά ηθικής και ενός εξ υποκειμένου δικαίου, παραγνωρίζοντας το διονυσιακό, απελευθερωτικό στοιχείο της εξέγερσής της.

Αποτυγχάνει έτσι να δει την τραγωδία του Σοφοκλή ως τη μόνη έως σήμερα διατυπωμένη πρόταση μη φονικής εξουσίας! Και όταν η ανάγνωση του Άμλετ από Χέγκελ, Φρόιντ και τους επιγόνους ξεκινά χαρακτηριστικά πάντοτε από το ερώτημα «γιατί ο Άμλετ καθυστερεί να εκτελέσει τον φόνο;». Αποδίδοντας την υπαρξιακή αγωνία του, και τον συνακόλουθο δισταγμό, στη διαπίστωση από μέρους του ότι: «καμία χρήση του κόσμου δεν είναι καλή»! Μια πρόταση εμβληματική σε ολόκληρο το έργο του Χειμωνά, που στοιχειώνει κυριολεκτικά τον λόγο του. Η εντελέστερη όμως ανάγνωση κρίσιμων χωρίων του κειμένου του Άμλετ όπως ο γνωστός μονόλογος ή η σκηνή του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» κ.ά., θα αναδείκνυε ίσως μια τελείως διαφορετική προβληματική.

Το ζήτημα εν τέλει με τον Χειμωνά είναι ότι ενώ η σκέψη του ξεπερνά τα συμβατικά πλαίσια της νεωτερικότητας, και οπωσδήποτε δεν ενδιαφέρεται, ως μεταφραστής και ως δημιουργός, για ιδεολογικές σκοπιμότητες και άλλα ασήμαντα, δεν έχει γίνει ως τώρα καμία συστηματική μελέτη του τεράστιου, σύνθετου έργου του, ώστε να έχουμε μια άποψη σαφή, σε ποια σημεία συγκλίνει και σε ποια αποκλίνει από τη νεωτερική σκέψη. Πού δηλαδή πρωτοτυπεί.

Ο ίδιος ο Χειμωνάς, ως τελευταίος ιππότης – ιδαλγός της «δύσθυμης αναγέννησης», είχε πιστεύω πλήρη αντίληψη αυτής της τραγικής, μοιραίας αντινομίας (δεν την ονομάζω αντίφαση) ανάμεσα στις επαγγελίες της νεωτερικότητας και στην ιστορική πραγματικότητα που γέννησε. Ακόμη, αν θέλουμε, ανάμεσα στην ηρακλείτεια πατρική κληρονομιά, και στη δυτική μας προίκα – παιδεία. Διέθετε διαυγή συνείδηση του «κοινού» και του «ίδιου» λόγου του, που τον πίεζαν ασφυκτικά να γράφει τη ζωή του ως ένα είναι προς θάνατον και να σκηνοθετεί τον διαρκή θάνατό του, αντίστροφα, ως ένα θνήσκειν προς ζωήν.

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260, παρακολούθησα ένα θεατρικό αναλόγιο πάνω σε σύνθεση κειμένων του Χειμωνά, φτιαγμέν0 από τον Ιερώνυμο Πολλάτο, με επιμέλεια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, σκηνοθετημένο από τον Τάκη Τζαμαργιά (επιμέλεια κίνησης Ζωής Χατζηαντωνίου). Μια ενδιαφέρουσα δουλειά, που έρχεται στην ώρα για να καλύψει, σε επίπεδο θεατρικό, το έλλειμμα για το οποίο έκανα λόγο πιο πάνω.

Η επιλογή των αποσπασμάτων είναι καίρια, ενώ η σκηνοθεσία έχει το σημαντικό προσόν της απλότητας. Τοποθετεί στρατηγικά τους «ρόλους» στον χώρο, κατανεμημένους σε αρχετυπικά τρίγωνα, και τους επιτρέπει ευεργετικά να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο, ασχολίαστα, χωρίς να προσθέτει κάτι «δικό της». Η δύναμη του λόγου τους είναι τέτοια, που ακόμη και τα δυσκολότερα σημεία φτάνουν άμεσα στο κοινό, χωρίς διαμεσολάβηση, λειτουργώντας ως μια υπερβατική αλληγορία περί του όντος, μεταδίδοντας το ρίγος μιας σχεδόν λαϊκής αίσθησης ματαιότητας του ζειν.

Ο Μάνος Καρατζιάννης διαθέτει δωρικότητα και λιτότητα, είναι ακριβής σ’ αυτό που κάνει και απαλλαγμένος από φτιαχτά, περιττά στοιχεία. Η Θεοδώρα Μαστρομηνά έχει σπουδαία φωνή και παρουσία. Η Κατερίνα Φωτιάδη ανάγλυφη. Η Μαρία Καλλιμάνη «γεμάτη». Ο Χάρης Χαραλάμπους στέρεος και ο Γεράσιμος Μιχελής πατά γερά. Η Μαριάνθη Σοντάκη δένει το σύνολο με το ωραίο τραγούδι της. Ο γυμνός χώρος της σκηνής παίζει τον δικό του ρόλο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: