Χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας

  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 20/06/2010

Το χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας είναι μια παλαιότατη αριστοτελική στερεά. Επειδή, όμως, γράφει ο αρχαίος σοφός: «…ακόμη και όσων πραγμάτων η όψις μας γεννά δυσφορία, όπως είναι η θέα των αηδέστερων ζώων και των νεκρών, η πιστή τους μίμηση όμως μέσω της τέχνης μας γεμίζει χαρά, νιώθουμε πάντοτε ευχαρίστηση κοιτάζοντας τις παραστάσεις τους διότι καθώς τις κοιτούμε κατανοούμε τι είναι το κάθε τι. Εάν πάλι τύχει να μην γνωρίζει ο θεατής το εικονιζόμενο πρότυπο, δεν θα του προκαλέσει απόλαυση το έργο ως επείκασμα, αλλά θα χαρεί την δεξιοτεχνία της εκτελέσεως, το χρώμα ή κάτι άλλο».

Ο Αριστοτέλης αναδεικνύεται, άρα, στο πιο πάνω χωρίο της «Ποιητικής» του (1448 b 4-20) απόλυτα ανοιχτός στη μη εικονιστική και στη μη αναπαραστατική τέχνη. Δηλαδή ένας γνήσιος πρόδρομος όλων των «μοντέρνων» κινημάτων. Ενώ οι μίμοι, που η δουλειά τους έχει σαφώς να κάνει με αυτό το κάτι άλλο της «Ποιητικής», εντάσσονται έτσι διπλά στο κέντρο και όχι στο περιθώριο του αριστοτελικού θεατρικού κανόνα.

Ιστορικά προηγούμενοι κατά πολύ της έννοιας του «επισήμου» θεάτρου των πόλων, όπως το αντιλαμβάνεται η εποχή μας, περιπλανώμενοι, άστεγοι, και αλήτες, οι μίμοι, οργανωμένοι συχνά σε οικογενειακή βάση, κάποτε απόβλητοι μάλιστα της κοινωνίας, «ιεροί και βέβηλοι» συγχρόνως, εξακολουθούν ακόμη σήμερα να συγκινούν και να διασκεδάζουν το κορεσμένο από «θεατρικότητα» σύγχρονο κοινό, με τον άμεσο τρόπο που ήξεραν πάντοτε.

Συνέχεια, τώρα, του Φεστιβάλ Αθηνών, με δύο εκλεκτές παραστάσεις μίμων, στην εγκατάσταση της Πειραιώς 260. Οι Ελβετοί Μάρτιν Τσίμερμαν και Ντιμίτρι Ντε Περρό καλλιεργούν εδώ και μια δεκαετία την ιδέα της ανάμειξης των ειδών. Εδώ, στην παράσταση με τον τίτλο oper opis, μουσική, τραγούδι, χορός, στοιχεία του ιαπωνικού «μπούτο», παντομίμα, ακροβατικά, βουβός κινηματογράφος, τσίρκο, συναντώνται απρόσμενα με φόντο έναν ποικιλόχρωμο ηχητικό καμβά από ποπ, ροκ, χιπ – χοπ μουσικές, με σπαράγματα όπερας και με κοινό παρονομαστή την έντονη, έκδηλη σωματικότητα των εκτελεστών. (Τσίμερμαν, Ντε Περρό και οι ισάξιοι συνεργάτες τους).

Μια πλήρης, «γεμάτη», χωρίς κενά παράσταση, που, αντιγράφω από το κείμενο του προγράμματος, «πειραματίζεται με μια καινούργια πολυφωνία σωμάτων ανεβάζοντας στη σκηνή σωματότυπους οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στον κανόνα. Φέρνουν μια ριπή φρέσκου αέρα στη σκηνή και μας επιτρέπουν να ταυτιστούμε ακόμη περισσότερο με ένα ανθρώπινο είδος που παλεύει ενάντια σε ένα απίστευτο, ασταθές σκηνικό τοπίο. Αυτό συνιστά και το πιο ιδιοφυές στοιχείο της παράστασής τους: ένα πλατό, που, όπως ο δίσκος μιας ζυγαριάς, γέρνει κάθε φορά προς την πιο βαριά πλευρά και τους υποχρεώνει σε κινήσεις μπραβούρας για να αντιμετωπίσουν την επικείμενη αλυσίδα των καταστροφών. Μια χιονοστιβάδα ακροβατικών, φυσικά ενταγμένων σε ένα δεξιοτεχνικό παιγνίδι αποπλάνησης…». (Patric Sourd, μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου).

Η δεύτερη παράσταση μίμων φέρει τον τίτλο RAOUL και εμψυχωτή – εκτελεστή της έχει τον Τζέιμς Τεριέ, που, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι εγγονός του Τσάρλι Τσάπιν, παιδί της μικρότερης κόρης του, της Βικτώρια και του Ζαν – Μπατίστ Τιερέ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο περιπλανώμενο τσίρκο των γονιών του. (Μια έξοχη παράστασή τους, με τον τίτλο «Αόρατο τσίρκο», θυμίζω στον αναγνώστη, είχε φιλοξενήσει το περσινό Φεστιβάλ Αθηνών).

Ο Τζέιμς Τιερέ, ένας γνήσιος κλόουν, κατευθείαν απόγονος του μεγάλου προγόνου αλλά χωρίς να τον μιμείται πιστά, αυτονομημένος, παρουσιάζει εδώ και λίγα χρόνια τα δικά του τσιρκολάνικα θεάματα – σκηνικά ποιήματα. Ο «Ραούλ» του είναι ένα μοναχικό πλάσμα, «ναυαγισμένο» σε ένα νησί με παράξενα όντα, σε μια «άκρη του κόσμου», σε έναν μη – τόπο που μας θυμίζει λίγο το νησί του Πρόσπερο της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ, αλλά και τα έρημα τοπία του ματαιωμένου ονείρου του «Χρυσοθήρα» του Σαρλώ, με την ετοιμόρροπη καλύβα του να δεσπόζει…

Πέραν της διαύγειας των εικόνων, της εκπληκτικής τεχνικής του Τιερέ και της σχεδόν «μαγικής» ικανότητάς του να βρίσκεται πάντα στο κέντρο όσων συμβαίνουν στη σκηνή, το άκρως ενδιαφέρον της παράστασης είναι ο διάλογος που επιχειρεί με όλα τα σημαντικά κινήματα τέχνης του αιώνα μας, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της μουσικής, της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Αυτό χωρίς να διανοουμενίζει το πράγμα και χωρίς να το φορτώνει στολίδια, με μια αυτόφωτη πηγαία «λαϊκότητα» που το κάνει οικείο σε όλους: χαίρειν τοις μιμήμασι πάντας.

***

Στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, εκτός φεστιβάλ, σε ευρηματική σκηνοθεσία της Αγγελικής Κασόλα, είδα μια παράσταση από την ομάδα «Πείραγμα»… της ταινίας του Γούντι Άλεν «Play it again Sam». Μια από τις σπάνιες φορές που το θέατρο τολμά να παρωδήσει μιμητικά ένα από τα ιερά τέρατα του μεγάλου αντιπάλου του, του αμερικανικού κινηματογράφου!

Με την άδεια όμως του δημιουργού της ταινίας, Γούντι Άλεν, που φαντάζομαι ότι θα διασκέδαζε και ο ίδιος αν ήταν παρών, το σκαμπρόζικο ύφος και την αστραπιαία α λα ελληνικά μεταμόρφωσή του, εκτός κειμένου… σε άλλον. Σε μετάφραση του Αντώνη Δωριάδη, με ένα «δαιμόνιο» νεανικό συγκρότημα που «γράφει» (swingAzoo) και με πολύ καλούς νέους ηθοποιούς που «τρέχουν» (Γιάννης Καρούνης, Ειρήνη Μελά, Αντώνης Χατζής, Άννα Μιχελή).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: