Μπίχνερ και Σαίξπηρ από το Εθνικό Θέατρο

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 5 Μάη 2010 – 2η έκδοση

«Λεόντιος και Λένα»

  • «Λεόντιος και Λένα»

Ο Γκέοργκ Μπίχνερ (1813-1837) θα παραμένει εσαεί ένας μεγάλος και καινοτόμος «σταθμός» της παγκόσμιας δραματουργίας, παρά τα λιγοστά έργα που πρόλαβε να γράψει πριν ο τύφος τον σκοτώσει στα 24 χρόνια του. Ο ιδρυτής της – επηρεασμένης από τους θεωρητικούς της Γαλλικής Επανάστασης (κυρίως τον Σεν Σιμόν) – «Εταιρείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», μέλος του πολιτικο-λογοτεχνικού ρεύματος «Νέα Γερμανία», συγγραφέας της διακήρυξης «Ο ταχυδρόμος της Εσσης» (κείμενο που δημοσιεύθηκε πριν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ και πρόβαλε την ανάγκη μιας κοινωνικής επανάστασης), διωκώμενος και φυγάς εξαιτίας αυτής της διακήρυξης, εγκαθίσταται στο Στρασβούργο. Εκεί σπουδάζει Φιλοσοφία, μεταφράζει έργα του Ουγκώ και γράφει την τρίπρακτη κωμωδία «Λεόντιος και Λένα». Σαρκαστής του κλασικισμού και του ρομαντισμού που θεματολογικά και μορφολογικά «θώπευαν» το βίο και τα γούστα των φεουδαρχών, ο Μπίχνερ, εμπνεύσθηκε τη δική του κωμωδία «Λεόντιος και Λένα» από τη ρομαντική ερωτική κωμωδία του Κλέμενς Μπρεντάνο «Πονς ντε Λεόν», με αντίθετο, όμως, από εκείνη στόχο. Ο Μπίχνερ χρησιμοποιεί το ερωτικό «παραμύθι» του Μπρεντάνο για να σαρκάσει την πλήξη, τη βαρεμάρα, την απραξία, τον εγωτισμό, τη ματαιοδοξία, τον παραλογισμό, τον ατομικισμό, τον κυνισμό, τους καιροσκοπικούς και συμφεροντολογικούς γάμους της «Αγίας οικογένειας» των αρχόντων, ακόμα και σε βάρος και παρά τη θέληση των τέκνων τους. Ο Μπίχνερ επιτυγχάνει το ιδεολογικό στόχο του με έναν απλό, αν όχι και φαινομενικά «αφελή», ειρωνικότατο μύθο. Ο πρίγκιπας Λεόντιος εντέλλεται από τον βασιλιά πατέρα του να παντρευτεί – θέλει δε θέλει- μια άγνωστή του πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα Λένα εντέλλεται από τον πατέρα της να παντρευτεί – θέλει δε θέλει – έναν άγνωστό της πρίγκιπα. Ο Λεόντιος θέλοντας να ζήσει ελεύθερος τη νιότη του και τον έρωτα, μαζί με τον πιστό υπηρέτη του, φεύγει κρυφά από τη χώρα του. Το ίδιο κάνει και η Λένα. Περιπλανώμενοι και άγνωστοι μεταξύ τους, ο Λεόντιος και η Λένα συμπτωματικά θα συναντηθούν, θα αλληλοερωτευθούν και θα παντρευτούν, διαπιστώνοντας, εντέλει, ότι αυτόν ακριβώς το γάμο ήθελαν να τους επιβάλουν, εκατέρωθεν, οι γονείς τους, ως «μοίρα». «Μοίρα» συμφέρουσα την «Αγία οικογένεια» και των δύο αριστοκρατικών γόνων. Το Εθνικό Θέατρο, διαθέτοντας την εκσυγχρονιστικά χυμώδη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ανέθεσε το ανέβασμα του έργου στον Γάλλο σκηνοθέτη Λοράν Σετουάν. Νέος ηλικιακά ο σκηνοθέτης, με προφανή θαυμασμό για τον ανατρεπτικό ιδεολογοαισθητικά χαρακτήρα και την καυστική ειρωνεία του έργου, με νεανική διάθεση αντιμετώπισε το έργο σαν ένα θεατρικό παιχνίδι παιδιών, ένα «παιχνίδι ρόλων», υποκριτικών μεταμορφώσεων νέων ηθοποιών. Με «φτωχού θεάτρου» σκηνικά μέσα – στρώματα από αφρολέξ που μετακινούμενα προσδιορίζουν τους χώρους και χρόνους της δράσης (Πάτρικ Κοχ), λιτά, καλαίσθητα σύγχρονα και άχρονα κοστούμια (Ιμκε Σλέγκελ), «παιδικής» έκφρασης κινησιολογία (Γιαν Μπούρκχαρτ), με φεγγοβόλους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), καθοδήγησε τους ταλαντούχους νέους ηθοποιούς που είχε στη διάθεσή του, ώστε παίζοντας όλοι, σχεδόν, όλους τους ρόλους να επιδοθούν σε μιαν ευφρόσυνη, με αίσθηση του χιούμορ, μεταμορφωτική υποκριτική άμιλλα. Μια υποκριτική άμιλλα που τους ζητά να «ενδύονται» και να «αποδύονται», ταυτόχρονα, τους ρόλους που παίζουν. Να είναι φορείς και, ταυτόχρονα, αποστασιοποιημένοι, έμμεσοι σχολιαστές του κάθε προσώπου. Αξιοι επαίνου για τις υποκριτικές επιδόσεις τους – με καλύτερη την ερμηνεία της Γαλήνης Χατζημιχάλη – είναι και οι Δημήτρης Μοθωναίου, Μάκης Παπαδημητρίου, Κόρα Καρβούνη, Εύη Σαουλίδου, Δημήτρης Πασσάς, Αλεξάνδρα Αϊδίνη.

«Τίτος Ανδρόνικος»

  • «Τίτος Ανδρόνικος»

Ενός επεκτατικού πολέμου μύρια έπονται. Το χυμένο αίμα των κατακτημένων, που προκαλεί ένας επεκτατικός πόλεμος, «διψά» και για άλλο αίμα, για εκδίκηση των κατακτημένων. Ποταμούς αιμάτων προκαλούν οι μωροί, ανίκανοι, ανόητοι, επηρμένοι, ραδιούργοι και δολοφόνοι που διεκδικούν ή κατέχουν την εξουσία, όπου Γης. Ποταμοί αίματος συνόδευσαν την Ιστορία της Αγγλίας, για τη συγκρότησή της σε ενιαίο βασίλειο και την ανάπτυξη της αυτοκρατορικής επεκτατικής πολιτικής της. Μέγας ποιητής, ανατόμος της αιματοβαμμένης πορείας του κόσμου – και της χώρας του – ο Σαίξπηρ αντιμέτωπος με τον κίνδυνο η ελισαβετιανή λογοκρισία να κλείσει το θέατρό του, αλληγορούσε περί της αιματηρής πορείας της Αγγλίας, δανειζόμενος ξένα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Αλληγορία είναι και το ιστορικό έργο του «Τίτος Ανδρόνικος». Ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Ανδρόνικος, κατακτητής των Γότθων, επιστρέφει στη Ρώμη, με λάφυρα τη βασίλισσα των Γότθων, Ταμόρα, και τους γιους της. Σκοτώνει τον μικρότερο γιο της για να μη γίνει εκδικητής και ανακηρύσσει αυτοκράτορα, τον πρωτότοκο γιο του νεκρού πια αυτοκράτορα, Σατουρνίνο. Ανόητος, αφελής, άκαπνος, μωροφιλόδοξος και ερωτύλος, ο Σατουρνίνος, αντί να παντρευτεί την κόρη του Ανδρόνικου, Λαβίνια, παντρεύεται την Ταμόρα, μαγεμένος από τα σαρκικά κάλλη της. Βασίλισσα της Ρώμης, η Ταμόρα, με εκτελεστικά όργανα τους άλλους δυο γιους της και τον μαύρο εραστή της, Ααρών, με τον οποίο γεννά ένα μελαμψό νόθο γιο, θα στήσει εφιαλτικό «χορό» εκδίκησης ενάντια στον Τίτο Ανδρόνικο και την οικογένειά του. Οι γιοι της δολοφονούν τον ένα γιο του Ανδρόνικου. Συκοφαντούν στον αυτοκράτορα τον Ανδρόνικο, ο οποίος τιμωρείται με ακρωτηριασμό του ενός χεριού του. Βιάζουν την κόρη του και της κόβουν χέρια και γλώσσα για να μην μπορεί να τους αποκαλύψει. Παρά λίγο να δολοφονηθεί και ο μικρότερος γιος του Ανδρόνικου, Λούκιος, που καταφεύγει στη χώρα των Γότθων και επιστρατεύει Γότθους ενάντια στη Ρώμη, για να εκδικηθούν τον προδοτικό γάμο της Ταμόρα με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα. Ο αιμάτινος κύκλος των βίαιων, εκδικητικών πράξεων, θα συνεχιστεί με τη θανάσιμη τιμωρία των γιων, του εραστή της Ταμόρα και της ίδιας από τον Ανδρόνικο και τον αδελφό του, δήμαρχο της Ρώμης, Μάρκο Ανδρόνικο, και την ανακήρυξη του Λούκιου σε αυτοκράτορα της Ρώμης. Το έργο, σε διακριτικά εκσυγχρονιστική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, με μουσική του Απόλλωνα Ρέτσου, φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου, εκφραστική κίνηση του Ηλία Χατζηγεωργίου, σκηνοθέτησε η Αντζελα Μπρούσκου. Με λιτά, μετακινούμενα σκηνικά (Γκάυ Στεφάνου), αλλά με εμφαντικά για το χαρακτήρα κάθε προσώπου κοστούμια διαχρονικά και σύγχρονα (Αντζελα Μπρούσκου), η παράσταση με την ευρηματικότητά της, και με τη μόνιμη προβολή τηλεοπτικών εικόνων, παρέπεμπε στην εποχή μας, σχολιάζοντας εμμέσως τον εθισμό της με τη βία, με τη μετατροπή της βίας ως θεάματος. Από το συνολικά καλό υποκριτικό επίπεδο, ξεχωρίζουν με την ερμηνευτική εμβέλεια, τα ασκημένα και τα έμπειρα υποκριτικά μέσα τους οι Μαρία Κεχαγιόγλου, Μηνάς Χατζησάββας, Θέμις Πάνου και Κώστας Βασαρδάνης. Αξιοσημείωτες είναι οι ερμηνείες των Κώστα Φαλελάκη, Παρθενόπης Μπουζούρη και Ιπποκράτη Δελβερούδη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: