«Θείος Βάνιας» του Τσέχωφ με το Εθνικό Θέατρο

  • Το πραγματικό και το αληθινό
  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 18/04/2010

«Ο ΘΕΙΟΣ ΒΑΝΙΑΣ» ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΜΑΝΟΣ ΒΑΚΟΥΣΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΛΑ, ΜΑΓΙΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ

Ο Κωνσταντίν Στανισλάφσκι ανέβαζε τα έργα του Τσέχωφ ως δράματα. Ο ίδιος ο Τσέχωφ τα θεωρούσε κωμωδίες. Ποιος από τους δύο είχε δίκιο;

  • «Θείος Βάνιας» του Τσέχωφ με το Εθνικό Θέατρο

Το ερώτημα δεν είναι νόημα σήμερα πια που οι παλιές «πρωτοπορίες», ο συμβολισμός, ο νατουραλισμός, ο εξπρεσιονισμός, η αποδόμηση κ.ά., έχουν προ πολλού υποστείλει την επαναστατική σημαία τους και αποτελούν μουσειακά θεατρικά είδη, ενώ τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης εξακολουθούν να ανθίστανται στην επιδρομή του χρόνου και στις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων επίδοξων «διορθωτών» να τα φέρουν στα μέτρα της εποχής τους.

Κωμωδίες λοιπόν και δράματα μαζί, τα έργα του Τσέχωφ είναι μια μείξη από ηδονή και λύπη, όπως εξακολουθεί να είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου… η οποία μιμείται σε αυτό πιστά τη γνήσια τέχνη. Το σύγχρονο θέατρο που ο Τσέχωφ άνοιξε διάπλατα τις πύλες του, με ήρωες «ώσπερ ημείς», ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, έχει ως στόχο του να πετυχαίνει μια σωστή και ισόποση αναλογία των δύο στοιχείων. Αυτή είναι η ουσία του τσεχωφικού, κατ’ όνομα μόνο, νατουραλισμού: ο θεατής να μην ξέρει αν πρέπει να κλάψει ή να γελάσει με τα παθήματα των ηρώων του. Όταν τα βλέπει να αναπαρίστανται στη σκηνή μέσα του γελά, συγχρόνως όμως τα κατανοεί και κλαίει, καθώς αναγνωρίζει στους ήρωες κάποιες ραγισμένες όψεις του προδομένου εαυτού του.

Ο Τσέχωφ, γιατρός το επάγγελμα, τοποθετεί τους ήρωές του κάτω από ένα «μικροσκόπιο» και τους παρατηρεί σαν να πρόκειται για μια αποικία μικροοργανισμών. Καταγράφει μεθοδικά, επιστημονικά τις συμπεριφορές, τις ροπές, τις τάσεις, τον τροπισμό, τις ιδιαίτερες συνθήκες του περιβάλλοντος όπου ευδοκιμούν. Δεν πρέπει όμως επίσης να λησμονούμε ότι ο «επιστημονισμός» αυτός του Τσέχωφ δεν είναι ούτε μηχανιστικός ούτε ψυχρά αντικειμενικός. Είναι αυτό που λέμε «ηθογραφία», ένας όρος τραγικά παρεξηγημένος στην Ελλάδα.

Η ηθογραφία είναι μια μέθοδος παρατήρησης και καταγραφής του πολυσύνθετου φαινομένου «άνθρωπος», μέσα σε συγκεκριμένη κοινωνία χώρο ή χρόνο, με την απροσδιοριστία και με την πολλαπλότητα των κινήτρων που χαρακτηρίζει πάντα την ανθρώπινη συμπεριφορά. «Ηθογράφοι» με αυτήν την έννοια είναι και ο Μπαλζάκ και ο Παπαδιαμάντης και ο Ντοστογιέφσκι. Τα έργα του Τσέχωφ είναι ηθογραφίες του Ρώσου ανθρώπου στη ρωσική κοινωνία, σε δεδομένη ιστορική στιγμή. Είναι η ματιά ενός Ρώσου, υποκειμενική και για αυτό ακριβώς οικουμενική.

Είναι… ένας ποιητικός νατουραλισμός, που αναπαριστά τη ζωή, όχι όπως αντανακλάται κάθε φορά στο δύο διαστάσεων κάτοπτρο του «νατουραλισμού», αλλά όπως όντως είναι: μία και αδιαίρετη, στις άπειρες δυνητικά διαστάσεις και στις ποικίλες εκδηλώσεις της. Ο Τσέχωφ ήξερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ότι στην τέχνη άλλο είναι το πραγματικό και άλλο το αληθινό. Στόχευε για αυτό περισσότερο στις αιώνιες μορφές που κινούνται πίσω από το θολό κάτοπτρο ή προπέτασμα της εκάστοτε πραγματικότητας. Κάτι που ο πραγματιστής και ορθολογιστής Στανισλάβσκι, αδυνατούσε να καταλάβει.

Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε σήμερα στα έργα του Τσέχωφ είναι να τα δούμε «νατουραλιστικά» ή «σαν μέσα σε κάτοπτρο». Ανεβάζοντας τον «Θείο Βάνια» στο Εθνικό Θέατρο ο Γιάννης Χουβαρδάς θέλησε, φαντάζομαι να αποφύγει αυτόν τον κατοπτρισμό, αλλά έπεσε σε μια άλλη κατοπτρική παγίδα: της υπερβολικής θεατρικότητας! Τα δύο πράγματα αποδείχθηκαν εν τέλει μιας φύσης: παραπλανητικά κάτοπτρα, της ζωής ή του θεάτρου, αδιάφορο.

Στη καλή μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, ο Χουβαρδάς σκηνοθέτησε τον «Θείο Βάνια» σαν ένα «θέατρο μέσα σε θέατρο». Με τους ηθοποιούς παρόντες σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, καθιστούς, να σηκώνονται και να δοκιμάζουν κάθε φορά σαν «κοστούμι» τον ρόλο τους. Δεν πρόκειται βέβαια για κάτι καινούργιο, πρωτοποριακό, είναι ένα παμπάλαιο τέχνασμα, κατάλληλο ίσως μόνο για ασκήσεις προθέρμανσης αρχάριων σπουδαστών δραματικών σχολών πριν μπουν στα βαθιά των ρόλων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, με τον συνδυασμό βίντεο, μοντέρνας μουσικής και νοσταλγικών γαλλικών τραγουδιών, ο αποπροσανατολισμός του κοινού ήταν πλήρης και η σύγχυση τέλεια. Δεν διασώθηκαν, δυστυχώς, ούτε το «ψεύδος» της τέχνης, ούτε η αλήθεια της ζωής. Η γλυκόπικρη αύρα της τσεχωφικής γραφής, εξατμίστηκε χωρίς ίχνος, και έμοιαζαν όλα τόσο ψεύτικα, νεκρά, μαραμένα! Επειδή κανείς δεν μπορεί να σκηνοθετεί τον Τσέχωφ αυτοαναφορικά, κοιτώντας δηλαδή την ίδια τη «σκηνοθεσία» του μέσα σε καθρέφτη!

Κάποια ζωντανά στοιχεία διέσωσαν, ερήμην της σκηνοθεσίας, ο Μάνος Βακούσης (Σερεμπριακόφ), η Μαρία Σκουλά (Έλενα) και η Μάγια Λυμπεροπούλου (Μαρία Βασίλιεβνα). Με ποιο σκεπτικό δόθηκε ο ρόλος της «Μαρίνας» στον πάντα φιλότιμο και άψογο επαγγελματία Γιάννη Βογιατζή, αυτό δεν το κατάλαβα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: