**«Η μπέμπα» Απλό Θέατρο

  • «Η Μπέμπα» ψάχνει τη φωνή της…

  • **«Η μπέμπα» Απλό Θέατρο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Ενας μονόλογος για τη γυναικεία καταβύθιση στα έρματα της γλώσσας και της μνήμης. Ακόμα ένας. Η διαφορά στον Δημήτρη Τσεκούρα είναι ότι στη δική του «Μπέμπα», η απομάκρυνση από τον μύθο της συνέχειας του προσώπου γίνεται αφορμή για μια γλωσσική περιπέτεια ή μάλλον για την περιπέτεια της πυρηνικής λέξης και του κόσμου, εκεί όπου περιεχόμενο και ήχος αποκτούν κρατυλική ενότητα.

Αν παρατηρούμε ορθώς, το πρόσωπο της γυναίκας που υποδέχεται το κοινό, που του απευθύνει τον πρώτο χαιρετισμό, είναι το ίδιο που εξέρχεται από το σύμπαν της αγλωσσίας στο τέλος του έργου, στον κόσμο της περιγεγραμμένης ηχοτοπίας: το ενδιάμεσο, το κυρίως θεατρικό κείμενο του Τσεκούρα χτίζεται στη βάση της ποίησης.

Συνήθως τα θεατρικά έργα γίνονται με λόγια. Στο θέατρο του Τσεκούρα όμως -σε αυτή την την πολύ ιδιάζουσα περίπτωση «στατικού δράματος»- τα λόγια γίνονται ήχοι ή επιστρέφουν στον ήχο τους. Οι λέξεις παρασύρουν η μια την άλλη, κολλούν μεταξύ τους σαν μαγνήτες, έλκονται από τον συνειρμό ή τη μουσική, άλλοτε η μια πέφτει στο χάσμα που ανοίγει η προηγούμενη.

Στην «Μπέμπα» ένα γυναικείο πρόσωπο σπάει σε οκτώ (συν ένα) κομμάτια. Πρόκειται για διαφορετικές «ηλικίες» της γλώσσας. Και, καθώς η ηλικία της γυναίκας τρέχει ανάποδα, πρόκειται για την επιστροφή στη γυναικεία, μητριαρχική, αρχέτυπη φωνή. Για να καταλήξει εκεί, στην αγλωσσία, και την ολική γνώση, η «Μπέμπα» του Τσεκούρα συνεχώς απεκδύεται τη συνείδηση και το ήθος της, γυρνά ολοένα και πιο πίσω, στον άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, χωρίς σώμα, στο περίφημο μπεκετικό στόμα, και από εκεί, στη δύναμη μόνο, στον εν δυνάμει λόγο.

Είναι ασφαλώς πολύ μεγάλο το στοίχημα. Και για τον ίδιο τον συγγραφέα, που θέλει να δημιουργήσει ένα α-λόγο μονόλογο, και για τον νέο και φιλότιμο σκηνοθέτη Ορέστη Τάτση, και βεβαίως για τον πρώτο εκφραστή της αφωνίας, την ηθοποιό Ναταλία Στυλιανού. Ωστόσο, ας μη γελιόμαστε, ο στόχος του έργου παραμένει κάτι μακρινό και άπιαστο. Το δράμα της γλώσσας και η διασπορά του προσώπου της «μπέμπας» δίδεται τελικά σαν η ιστορία μιας γυναίκας που μιλά για τη ζωή της, έστω και αντίστροφα. Ακόμη μια ιστορία.

Θα αναγνωρίσουν ασφαλώς όλοι ότι πρόκειται για μια αξιόλογη νέα προσπάθεια, ακόμα και αν ορισμένες στιγμές η έμπνευση του συγγραφέα τον οδηγεί στην εκζήτηση, και η σκηνοθεσία του Τάτση μοιάζει αναποφάσιστη στο πώς θα αντιμετωπίσει τη στατικότητα του έργου. Η παράσταση έχει ιδέες, πατήματα, εσωτερική κλιμάκωση και ένα θάμπος από τη συσσωρευμένη αγωνία του ποιητή να μιλήσει για το ανείπωτο. Εχει την εικαστική «δράση» των παπουτσιών, στον λοξό σκηνικό χώρο του Κωνσταντίνου Ζαμάνη. Την «κατάβαση» του προσώπου της μπέμπας (που θα μπορούσε να είναι εντονότερη), από την αρχή μέχρι το τέλος. Τον φωτισμό από τη Σοφία Αλεξιάδου, που αποκαλύπτει και οδηγεί τον χώρο στην παραισθητική διάλυση. Και βέβαια την ερμηνευτική κατάθεση της Ναταλίας Στυλιανού στον λόγο και μη λόγο του Τσεκούρα.

Οταν η «μπέμπα» παίζει στο τέλος της παράστασης με το δάχτυλό της, η σκηνή γεμίζει με αληθινή χάρη. Οπως κάθε «μπέμπα» πριν μιλήσει, «παίζει» με το σχήμα των λέξεων.*

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: