Ύστατο σήμερα στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων

  • Ματίνα Καλτάκη, Culture, Επενδυτής, 12/12/2009

Στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων ο Λευτέρης Βογιατζής συστήνει έναν από τους πλέον σημαντικούς, αν και αμφιλεγόμενους στην πατρίδα του, συγγραφείς του σύγχρονου αγγλικού θεάτρου, τον Χάουαρντ Μπάρκερ. Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει έργο του σε αθηναϊκό θέατρο -το 2002 η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είχε ανεβάσει το «Σκηνές από μία εκτέλεση» (1999) με τίτλο «Ένα καινούργιο κόκκινο». Η παράσταση του Βογιάτζη, ωστόσο, λειτουργεί σαν εισαγωγή στο θεάτρο του Μπάρκερ γιατί το έργο που επέλεξε («Το Ύστατο Σήμερα», όπως έξοχα απέδωσε τον τίτλο «The dying of today » η Τζένη Μαστοράκη,) αποτελεί κάτι σαν εφαρμογή βασικών αρχών της σκέψης του συγγραφέα όπως την έχει καταθέσει στα θεωρητικά κείμενά του. «Αφού καμία μορφή τέχνης δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, η τέχνη που ταιριάζει περισσότερο σ’έναν πολιτισμό στο χείλος του αφανισμού είναι εκείνη που ενεργοποιεί την οδύνη» γράφει στο «Αrgumentsfor a theatre», επιμένοντας στην ανάγκη της επιστροφής στην τραγωδία.Στην Αγγλία έχει αντιμετωπιστεί με καχυποψία -πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι ο Μπάρκερ είναι επιτηδευμένα προκλητικός όταν αρνείται το σύγχρονο βρετανικό θεάτρο και φυσικά τους θεσμούς που το στηρίζουν, από τα κρατικά θέατρα έως τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν μετατρέψει το λογιστή σε λογοκριτή – «Ο λογιστής είναι ο νέος λογοκριτής. Ο λογιστής χειροκροτεί όταν η πλατεία είναι γεμάτη.

Κι ο εκπρόσωπος του επίσημου σοσιαλισμού ονειρεύεται γεμάτες πλατείες. Γεμάτες από τι;» γράφει.Οι κριτικοί,  μέρος κι αυτοί της αγγλικής θεατρικής αγοράς (άρα και της αντιμετώπισης της τέχνης ως καταναλώσιμο αγαθό), νιώθουν αμήχανα προς τον συγγραφέα, που δηκτικός και ειρωνικός, φαντάζει μάλλον αντιπαθής και αλαζονικός. Αλλά ο Μπάρκερ επιμένει, και γράφει διαρκώς, αρνούμενος τα προφανή νοήματα, αυτά που καλλιεργούν «συλλογικότητες» μέσω του ίδιου αστείου στη κωμωδία, μέσα από σουξέ δημοφιλών μιούζικαλ ή ακόμη και μέσω της εύκολης συγκίνησης στο δράματα όπου «θριαμβεύει» η αγγλική υποκριτική.

Ξαναγυρνώντας στα βασικά του θεάτρου επιμένει σε κείνο που λέει ο Άμλετ στους θεατρίνους, ότι το θέατρο είναι για τον καθένα χωριστά, και διεκδικεί έναν προς έναν τους θεατές μέσω ενός «θεάτρου της καταστροφής». Τι είναι αυτό; Ένα σύγχρονο θέατρο που να ανακαλεί «το δικαίωμα στην ατομική οδύνη», που διεγείρει τη συνείδηση, άρα την ατομικότητα ως αντίθετο στη μαζοποίηση που επιδιώκουν οι κάθε είδους αυταρχισμοί. Η σχέση του Μπάρκερ με το αρχαίο λόγο είναι προφανής στο «Ύστατο Σήμερα», ένα θεατρικό δοκίμιο πάνω στον τρόπο που λειτουργούν οι κακές ειδήσεις – «[…] απορρυπαίνουν οι κακές ειδήσεις, όλα τα επουσιώδη κατρακυλούν στον υπόνομο, όλα τα εφήμερα σαρώνονται από ένα κύμα οδύνης» λέει ο Δνείστερ, ο ένας από τους δύο ήρωες στο έργο.  Η απόσταση απ’ όσα γράφει ο απεγνωσμένος Αθηναίος στρατηγός Νικίας από τη Σικελία, σε επιστολή του προς τους άρχοντες της Αθήνας, δεν είναι μεγάλη: «Ημπορούσα να σας ανακοινώσω άλλας ειδήσεις περισσότερον ευχάριστους, βεβαίως όμως όχι περισσότερον χρησίμους, εφόσον παρίσταται ανάγκη να λάβετε αποφάσεις με πλήρη γνώσιν της εδώ καταστάσεως.

Άλλωστε, γνωρίζων ότι ως εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, θέλετε μεν να ακούετε τα πλέον ευχάριστα πράγματα, μέμφεσθε όμως ακολούθως εκείνους που σας τα λέγουν εάν το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται προς αυτά, εθεώρησα ασφαλέστερον να σας είπω γυμνήν την αλήθειαν» (απόδοση Ελευθερίου Βενιζέλου).Αναφέρομαι στο ως άνω απόσπασμα από την Ιστορία του Θουκυδίδη γιατί ο Μπάρκερ χρησιμοποιεί την πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελική εκστρατεία ως πρώτη ύλη στο «Ύστατο Σήμερα». Ο Δνείστερ (που ερμηνεύει ο Λευτέρης Βογιατζής), είναι ένας αυτόκλητος αγγελιοφόρος κακών ειδήσεων. Ο κουρέας (που υποδύεται ο Δημήτρης Ήμελλος) έχει γιο που συμμετέχει στο στρατό των Αθηναίων.

Ο γιος του θα σκοτωθεί, όπως σχεδόν όλοι οι γιοι της πόλης. Η επέλαση του εχθρού , άρα η υποδούλωση και ο αφανισμός της πόλης, είναι ζήτημα λίγων ωρών. Η γνώση είναι μια οδυνηρή διαδικασία, αλλά επιφυλάσσει γλυκές ανταμοιβές στους δυνατούς που θα την αντέξουν. Την οδύνη του τέλους εξισορροπεί η ηδονή της δύναμης να το αντιμετωπίζεις με ανοιχτά μάτια. Ο Θουκυδίδης και οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί, ο Σαίξπηρ, ο Νίτσε και ο Υπεράνθρωπος του, ο Μπαρτ και το «Τέλος του συγγραφέα», εντοπίζονται στο ευρύτατο διακείμενο του «’Υστατου Σήμερα», που συνδέουν την Ρητορική και την Ιστορία με την αρχαίο τραγικό λόγο, και τη φιλοσοφία με τις σύγχρονες θεωρίες της αφήγησης. Η υψηλή ειρωνεία διατρέχει τον εξαιρετικά έντεχνο λόγο του Μπάρκερ όχι μόνο ως ρητορικό σχήμα αλλά με τρόπο που επαναφέρει έναν ακόμη φιλόσοφο, τον πρώιμο υπαρξιστή Σάιρεν Κίρκεγκαρντ. «H υποκειμενικότητα, η εσωτερικότητα είναι η μόνη αλήθεια» έγραφε ο Κίρκεγκορντ στη διδακτορική διατριβή του (με θέμα την ειρωνεία), αντιτιθέμενος στην μαζοποίηση που συνεπάγεται η άκριτη παραδοχή του κοινώς αποδεκτού.

Αλλά είναι μάταιο, σε μια στήλη σαν κι αυτή, η προσπάθεια «αποκωδικοποίησης» ενός τόσο συμπυκνωμένου σε ιδέες και νοήματα έργου.  Κάποιοι θεατές μπορεί να το βρουν περισσότερο ρητορικό απ’ όσο αντέχουν. Αλλά είναι καιρός πια να επανεκτιμήσουμε τη σημασία του λόγου στο θέατρο, τη δυνατότητα που διατηρεί στο ακέραιο η τέχνη του θεάτρου να κινητοποιεί τη σκέψη μας, άρα και μια ευαισθησία που δεν έχει να κάνει με εύκολα συναισθήματα και συμπεράσματα. Με όχημα το «Ύστατο Σήμερα», η παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή επιτρέπει να εξετάσουμε εκ νέου την αντοχή πολλών «τάσεων» στο θέατρο των τελευταίων δεκαετιών. Γιατί τόσο ο ίδιος όσο κι ο Δημήτρης Ήμελλος παίρνουν ένα κείμενο χωρίς σημεία στίξης, που δεν έχει να κάνει με ψυχολογίες και ψυχογραφήματα, αλλά με τους καθαρούς τρόπους της αρχαίας τραγωδίας, και δείχνουν τι μπορεί να είναι ένα έργο του 21ου αι. : έξυπνο και όχι εξυπνακίστικο, με ιστορική συνείδηση, πολιτική άποψη, θεατρική ευφυΐα (στον τρόπο, λ.χ., που στον Δνείστερ συνυπάρχει ο Τειρεσίας και ο Εξάγγελος, και στον κουρέα ο Οιδίπους αλλά κι ο βοσκός του Κιθαιρώνα).  Πρόκειται για υψηλή υποκριτική, δουλεμένη στην λεπτομέρειά της, όχι με πνεύμα σχολαστικού αλλά με την φροντίδα που απαιτεί η έντιμη αντιμετώπιση ενός πολυεπίπεδου κειμένου. Δείτε, φερ’ ειπείν, πώς ο Βογιατζής εξισορροπεί την βιτριολική ειρωνεία με τη κωμική διάσταση που ενυπάρχει κρυμμένη σε αρκετά σημεία του έργου. Και πώς τα δάκρυα του Ήμελλου εσωτερικεύουν το πάθος του αντί να εκβιάζουν συναισθηματικά τους θεατές, και πώς το πρόσωπό του γίνεται αυτό που λέει προς το τέλος ο «ασυγκίνητος σα Θεός» Δνείστερ: το «επιτύμβιο του γιου χαραγμένο στο μέτωπο του πατέρα του».

Η παράσταση δεν έχει μουσική. Μόνον ήχους της επερχόμενης καταστροφής, που με προσοχή συνέθεσαν ο Θοδωρής Αμπαζής και ο Σταύρος Γασπαράτος. Τέλος, το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου δεν είναι ένα απλό κουρείο, αλλά ένα κουρείο-μουσείο γι’ αυτό και επεκτείνεται και στο χώρο υποδοχής των θεατών. Αυτό σημαίνει ότι έχουν βρεθεί από παλαιοπωλεία, και στηθεί στην περίμετρο του σκηνικού χώρου, δεκάδες παλιά αντικείμενα που κάποτε αποτελούσαν εξοπλισμό των κουρείων (κάθε λογής λάμες, λεπίδες, ξυράφια, σαπούνια σε σκόνη, μπουκάλια με κολόνιες, ταλκ, βούρτσες, κ.ο.κ.), προ της εποχής των ξυραφιών μιας χρήσης και του αφρού ξυρίσματος.

Μ’ άλλα λόγια το σκηνικό ανακαλεί τη γοητεία μιας από καιρό χαμένης τελετουργίας, μέσω της οποίας η σχέση με διαδικασίες της καθημερινότητας αποκτούσε σημασία. Η σκηνογραφική ιδέα αποδεικνύεται εξαιρετικά εύστοχη τη στιγμή που ο κουρέας πετάει και σπάει τα πάντα, και τον καθρέπτη, λέγοντας «Ούτε παιδί ούτε κουρείο ούτε πόλη, κοιτάξτε με-ούτε και πρόσωπο». Αν τα μουσεία είναι κιβωτοί γνώσης της Ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού, ας καταστραφούν. Τίποτα δεν μαθαίνουμε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: