Βουτιά στον κήπο του Τσέχωφ

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010
Η Μπέτυ Αρβανίτη με τον Γιάννη Φέρτη στην παράσταση «Βυσσινόκηπος», στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας
  • Ο «Βυσσινόκηπος», που παίζεται στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, είναι έργο που έχει «έξοδον»

Λίγα από παλιότερες θέσεις μου πάνω στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ: «Στην Ελλάδα ο Τσέχωφ έχει σφραγιστεί από την άποψη του Κάρολου Κουν. Και η άποψη αυτή πήγε να γίνει σχολή με τη διαφορά πως οι επίγονοι δεν είχαν ούτε την ευαισθησία ούτε το ταλέντο του Δασκάλου. Το γεγονός είναι πάντως πως, καλά ή μέτρια παιγμένος, ο Τσέχωφ στον τόπο μας αντιμετωπίστηκε μόνο από μια σταθερή, αλλά μία, οπτική γωνία. Όποιος έβλεπε τσεχωφικά έργα εδώ και κάποτε διάβαζε τον διηγηματογράφο Τσέχωφ έμενε με την εντύπωση πως είχε να κάνει με άλλον συγγραφέα ή με έναν συγγραφέα με διπλό ύφος. Πάνω στη σκηνή χανόταν εκείνο το διεισδυτικό χιούμορ, το καταλυτικό, το αβίαστο, όμως και βαθιά ανθρώπινο. Ήταν μια μουσική που ηχούσε μονόχορδη και με σουρντίνα και αναδεικνύονταν μια βαθιά απαισιόδοξη γεύση και μια κατάθλιψη. Ένα έργο που ο ποιητής του το ήθελε ως εικόνα αντικειμενική και σχεδόν επιστημονική της πραγματικότητας, η σκηνοθεσία το αντιμετώπιζε με μια ακραία ζοφερή υποκειμενικότητα. Και όσο ο Τσέχωφ βρισκόταν στα χέρια του Κουν αυτή η μουσική ήταν πυκνή, οι χρό νοι σοφά ισορροπημένοι, ο χρόνος υποκειμενικός αλλά ρέων, οι παραλλαγές των θεμάτων αναλογικά δομημένες.

Παρ΄ όλα αυτά ο κόσμος του ποιητή φαινόταν μεροληπτικός. Πάνω στις παραστάσεις βάραινε απόλυτα και βασανιστικά η παρουσία του “συστήματος” του Στανισλάβσκι. Και ξέρουμε πως παρ΄ όλη την επιτυχία που γνώρισαν οι παραστάσεις του, ο Τσέχωφ δεν δεχόταν ανεπιφύλακτα τις απόψεις του μεγάλου νατουραλιστή. Ο Τσέχωφ έγραφε χαρακτήρες εν κοινωνία. Ο Στανισλάβσκι χαρακτήρες εν εξελίξει στη σκηνή. Ο Τσέχωφ μελετούσε τις αιτιώδεις σχέσεις που δημιουργούν την ανθρώπινη συμπεριφορά στην εκδοχή της καθημερινότητας. Ο Στανισλάβσκι έκανε φαινομενολογία. Ο Τσέχωφ ήταν διαλεκτικός, ο Στανισλάβσκι ήταν καντιανός και φορμαλίστας. Τώρα πώς και γιατί έγινε ο μέγας αρχιερέας του σοβιετικού θεάτρου είναι ακατανόητο. Όσο ακατανόητο είναι πως ο διαλεκτικός Μπρεχτ δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από το επίσημο σοβιετικό δόγμα για την τέχνη. Ούτε ο Μέγερχολντ βέβαια…

Δεν πιστεύω στους μαγικούς αριθμούς, αλλά η μεγάλη “τετραλογία” του Τσέχωφ νομίζω πως έχει κάποια εσωτερική και μορφική και ιδεολογική ανέλιξη, πρωτίστως όμως αποτελεί ενότητα. Δεν θεωρώ τυχαίο πως ο “Βυσσινόκηπος”, που κατά την γνώμη μου έχει θέση σατυρικού δράματος στην τετραλογία, είναι ένα έργο που έχει “έξοδον”. Το σπίτι αλλάζει αφεντικό. Όλοι μπορούμε να υποπτευθούμε τι θέμα θα είχε το επόμενο έργο του Τσέχωφ, αν ζούσε. Ο Λοπάχιν είναι ένα νέο πρόσωπο στο τσεχωφικό σύμπαν. Κάτι σαν τον Ηρακλή στο σατυρικό δράμα». (1975)

«Έχω πολλές φορές την εντύπωση πως ο Τσέχωφ είναι ένας φυσικός συγγραφέας· φυσικός, όπως φυσικούς συνηθίσαμε να λέμε τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Είναι μάλιστα φορές που ο Τσέχωφ με οδηγεί κατ΄ ευθείαν στον Εμπεδοκλή, τον συνδυαστικό φιλόσοφο από τον Ακράγαντα, που αποπειράθηκε να συμφιλιώσει τον αεικίνητο κόσμο του Ηρακλείτου με τον παγωμένο, ακίνητο κόσμο του Παρμενίδη. Έτσι μιλώντας για τα ριζώματα, τα τέσσερα αθάνατα στοιχεία, το ύδωρ, τη γη, το πυρ και τον αέρα, εύρισκε ερείσματα στον παρμενίδειο κόσμο και μιλώντας για τις ποικίλες δυνατότητες μείξεων των ριζωμάτων κατέφασκε στο γεμάτο ποικιλία μορφών σύστημα του σοφού της Εφέσου. Οι δύο συνταρακτικές δυνάμεις που εγγυώνται την αιώνια μείξη και διάλυση των απείρων συνδυασμών των ριζωμάτων, είναι το νείκος και η φιλότης, η έλξη και η άπωση, ο έρως και η έρις, η γέννηση και ο θάνατος των μορφών. Το νείκος είναι ουλόμενον, η φιλότης σχεδύνη, η διχόνοια είναι καταστροφή, η ομόνοια, η αρμονία, συνεκτική, σταθερή. Οι μεγάλοι εκείνοι στοχαστές θαρρώ είχαν συλλάβει τους βασικούς κώδικες του γίγνεσθαι, τα αδρά περιγράμματα της υπάρξεως. Είναι λοιπόν φυσικό ο Τσέχωφ, ένας κατ΄ εξοχήν ανατόμος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, να επαληθεύεται από τα σχεδόν νομοτελειακά σχήματα της προσωκρατικής σκέψης των φυσικών… Σχολιάζοντας κάπου ο Σέξτος ο Εμπειρικός τον Εμπεδοκλή, γράφει πως το κριτήριο του φιλοσόφου για την αλήθεια δεν είναι οι αισθήσεις, αλλά ο ορθός λόγος. Μόνο που τον έβλεπε να συγκροτείται από ένα μέρος ανέκφραστο και ένα μέρος εκφραστέο και εκφραστό: ανέξοιστον και εξοιστόν. Οι όροι ισχύουν χωρίς εκπτώσεις για τον Τσέχωφ. Με την επιστημονική του εμμονή ως μέθοδο παρατήρησης καταγράφει την ανθρώπινη συμπεριφορά και σημειώνει στο “Ημερολόγιο” του πειραματικού εργαστηρίου τις έλξεις και τις απώσεις του ζωντανού υλικού του». (1988) Τις παραπάνω διαχρονικές δικές μου εμμονές στο τσεχωφικό σύστημα καταγραφής των ανθρωπίνων τις βρήκα να εκφράζονται αβίαστα στην παράσταση του Στάθη Λιβαθινού στο Θέατρο Κεφαλληνίας με τον θίασο του καλλιτεχνικού οργανισμού «Πράξη». Παρ΄ όλο που οι σπουδές του Λιβαθινού είναι μεταστανισλαβσκικές διαπίστωσα πως οι μεγάλοι παιδαγωγικοί και επίγονοι της μεθόδου του προχώρησαν σε χαλαρότερες και λιγότερο απόλυτες προσεγγίσεις του θεατρικού φαινομένου. Εξάλλου, μας είχε δοθεί η ευκαιρία να το παρατηρήσουμε αυτό με την παράσταση του «Βυσσινόκηπου» που σκηνοθέτησε για την Καρέζη και τον Καζάκο ο Ολέγκ Εφραίμωφ πριν από 22 χρόνια.

Τότε όπως και τώρα, στην εκδοχή του Λιβαθινού, έσπασε το παλιό καταθλιπτικό κέλυφος και οι αργοί χρόνοι της εσωτερικής και εξωτερικής πλήξης και πίσω από τις σχέσεις και μέσα σ΄ αυτές ξεπήδησε το χιούμορ, η ειρωνεία, η γελοιότητα, οι αμηχανίες, συμπεριφοράς και ψυχολογικές των ηρώων και, κυρίως, το δόκανο, το δίχτυ μέσα στο οποίο έχουν παγιδευτεί και το αγνοούν οι αδιέξοδοι οιηματίες μιας κοινωνίας που τίναξε τα πέταλα.

ΙΝFΟ«Βυσσινόκηπος» στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210.8838727

  • Πιάνει τους ρόλους από τα μαλλιά

Στην παρτιτούρα του «Βυσσινόκηπου» ανταποκρίθηκαν όλοι σχεδόν οι ταλαντούχοι συνεργάτες του Στάθη Λιβαθινού. Με κορυφαία επίτευξη τον Γκάεφ του Γιάννη Φέρτη. Αυτός ο πολύπειρος ηθοποιός, που επιμένει πάντα να μαθητεύει πειθαρχώντας και υπηρετώντας τα σκηνοθετικά σχέδια, άλλη μια φορά μας εξέπληξε γιατί κατόρθωσε να κάνει τη ρητορική του κενού λόγου αμήχανη αλλά και τραγική χειρονομία και το γελοίο ήθος ηθικό αδιέξοδο. Η Μπέτυ Αρβανίτη μετρημένη και φευγάτη, προσγειωμένη σε λάθος έδαφος και τελευταίο δείγμα μιας τραυματικής μπελ επόκ, πρόσθεσε έναν ακόμη ουσιαστικό ρόλο στην πλούσια καριέρα της. Η Τζίνη Παπαδοπούλου ξεπερνάει κάθε φορά το ύψος που έχει υπερβεί με την άνεση ασκημένου και προπονημένου αθλητή. Μια ηθοποιός χωρίς συμπλέγματα απέναντι στους ρόλους. Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος (Λοπάχιν) πήγε κόντρα στη παράδοση του ρόλου και έδωσε τον ανερχόμενο αγροίκο σε μεγαλοαστό με μέτρο τη μεσότητα και όχι τις υπερβολές των άκρων. Ο Δημ. Παπανικολάου (Τροφίμωφ), ηθοποιός με τσαγανό, πιάνει τους ρόλους από τα μαλλιά και τους σώζει με την ιδιότυπη αλλά έγκυρη ρητορική του και τους έξοχους ρυθμούς του. Ο Κώστας Γαλανάκης (Φιρς) κατόρθωσε ό,τι μόνο ο Σταρένιος το είχε πετύχει. Να μας ακολουθεί και να μας στοιχειώνει ως ποιητικό σκηνικό γεγονός. Ο Άρης Τρουπάκης συνεχώς εξελίσσεται (Γιάσσα) και βαθαίνει, όπως και η αποκαλυπτική πάντα στους σχεδιασμούς της Σαββίδου (Σαρλότ), ο Καραμπούλας έδωσε με τραγικό λήρο τη γελοιότητα του Επιχόντωφ. Η Γιακουμή (Ντουνάσα), ο Ιακωβίδης ωραίες καρικατούρες ειρωνικής κοπής. Η νεαρά Μ. Συμεού ανέτοιμη ακόμη για μεγάλους ρόλους. Η Μανωλοπούλου με λίγα λιτά αντικείμενα και με «βωμό» ένα μπιλιάρδο έφτιαξε «κόσμον». Ο Αμπαζής έπαιξε ουσιαστικά και δραματουργικά με τους ήχους, φυσικούς και τεχνητούς, ο Μίχος κίνησε το όλον με εμμέλεια καθημερινής αυθεντίας και ο Αναστασίου φώτισε σοφά.

  • Η γλώσσα του σώματος

Ο Λιβαθινός είναι μέγας (και δεν αποσύρω τον χαρακτηρισμό, σε μια εποχή που σπανίζει το φαινόμενο) δάσκαλος ηθοποιών. Έχοντας στη διάθεσή του μια προσεκτική και συνάμα μουσική μετάφραση που φιλοτέχνησε με τη Χρύσα Προκοπάκη, καθοδήγησε τον θίασο σε μια σκηνική συμπεριφορά που πλεονάζει, δίπλα στον λόγο και στην κούφια ρητορική και συναισθηματική ευφορία των προσώπων, ένας χειρονομημένος «λόγος» μάθημα υποκριτικής πρισματικότητας. Εξηγούμαι: τα πρόσωπα του Τσέχωφ χειρονομούν στα διάκενα, υπομνηματίζοντας τον λόγο, συμπληρώνοντας τον δισταγμό για κυριολεξία, προδίδοντας προθέσεις που δεν εκφράζονται και ανατρέποντας επιχειρήματα που από συνήθεια αρθρώνονται αλλά υπηρετούν προσχήματα. Η παράσταση του Λιβαθινού είναι μια μουσική σωματικής γλώσσας, μια παράλληλη παρτιτούρα με την «λέξιν», ένα μέλος χειρονομίας και μια όρχηση του ανέκφραστου.

//

Advertisements

2 Responses to Βουτιά στον κήπο του Τσέχωφ

  1. katergara says:

    ΑΠΛΑ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΑΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΩ ΟΤΙ ΣΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΝΤΟΥΝΙΑΣΑ ΚΑΝΑΤΕ ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΙ Η ΓΙΑΚΟΥΜΗ ΑΛΛΑ Η ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΗΝΕΛΟΠΗ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: