«Ροτβάιλερ» σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη

  • Σκυλίσια μέρα

  • «Ροτβάιλερ» του Γκιγέρμο Ερας σε διασκευή της ομάδας ΝΑΜΑ στο θέατρο Επί Κολωνώ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη

Τι σκέφτεται ένας ρατσιστής; Πώς διαμορφώνεται μια ρατσιστική συνείδηση; Τι εξωθεί τους ανθρώπους σε ακραίες πράξεις βίας και ξενοφοβίας; Ο Χάιμε Ρεβέρτερ αποφασίζει να διαλευκάνει το μυστήριο.

Ο Χάιμε είναι δημοσιογράφος και παρουσιαστής της εκπομπής «Φώτα και σκιές» που προβάλλεται σε ισπανικό κανάλι. Καλεί στην εκπομπή του τον Αντόνιο Βερμούδες, έναν σεσημασμένο σκίνχεντ ακροδεξιών πεποιθήσεων γνωστό και ως «Ροτβάιλερ». Η συνέντευξη αρχίζει με ερωτήσεις για τα παιδικά χρόνια του καλεσμένου, ο οποίος θυμάται την «ωραία αλλά χαζή» μητέρα του, τον μεθύστακα πατέρα του, την αγάπη του για τα κόμικς, τους σούπερ ήρωες, και το ποδόσφαιρο, που όμως έχει χαλάσει πια, γιατί «γέμισε ο κόσμος μαύρους». Παράλληλα ανακαλύπτουμε την εμμονή του με την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, την οποία έχει αποστηθίσει ολόκληρη, όπως αποδεικνύει απαγγέλλοντας ποικιλία αποσπασμάτων στη διάρκεια της εκπομπής.

Λίγο αργότερα προβάλλεται βίντεο με τον δάσκαλο του Αντόνιο να μας λέει ότι στο σχολείο ήταν «έξυπνο παιδί… όχι πολύ κοινωνικός και κυρίως απρόσεκτος». Σε έτερο βίντεο παρακολουθούμε πλάνα «τρομερού ξυλοδαρμού ζητιάνου σε απομονωμένο πάρκο» από ομάδα σκίνχεντς. Η βιντεοτριλογία ολοκληρώνεται λίγα λεπτά αργότερα με την πρώην κοπέλα του Ροτβάιλερ να μας εξηγεί ότι ο σύντροφός της «πολλές φορές ήταν κτήνος αλλά είχε και στιγμές πολύ τρυφερές».

Οσες απαντήσεις και αν δώσει ο Ροτβάιλερ, όσες εμπειρίες ή απόψεις και αν καταθέσει μπροστά στην κάμερα, όσες «αποκαλύψεις» και αν κάνουν οι άνθρωποι που τον γνώρισαν, καμία αλήθεια δεν αναδύεται από το τηλεοπτικό σύμπαν. Στο τέλος, όσον αφορά το πρόσωπο του ρατσισμού, βρισκόμαστε εκεί όπου ήμασταν από την αρχή: στο απόλυτο σκοτάδι. Το μόνο που μαθαίνουμε είναι το σκυλίσιο πρόσωπο του Ροτβάιλερ, και αυτό περιστασιακά, επιφανειακά, επιπόλαια. «Το θέαμα», γράφει ο Γκυ Ντεμπόρ, «είναι το αντίθετο του διαλόγου». Αν με τον όρο θέαμα εννοήσουμε το τηλεοπτικό, ο αφορισμός ισχύει απόλυτα. Ο δημοσιογράφος αδιαφορεί για την ουσιαστική ανατροπή των στερεοτύπων και την εξιχνίαση των κοινωνικών φαινομένων. Ξεδιπλώνει τις ερωτήσεις του και λαμβάνει τις απαντήσεις του, στην ουσία όμως κανένας από τους δύο εμπλεκομένους δεν ενδιαφέρεται να κατανοήσει τον άλλο παρά μόνο να εξυπηρετήσει τους δικούς του σκοπούς: την τηλεθέαση ο ένας, την αυτοπροβολή ο άλλος.

«Μέσω του θεάματος η κυρίαρχη τάξη πραγματεύεται ασταμάτητα τον εαυτό της σε έναν αδιάκοπο μονόλογο αυτοεξύμνησης» συνεχίζει ο Ντεμπόρ: ο δημοσιογράφος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μας υπενθυμίζει πόσο προοδευτικές θέσεις ενστερνίζεται, πόσο ανοιχτός στη διαφορετικότητα του καλεσμένου του είναι, πόσο αντιστέκεται σε κάθε μορφής λογοκρισία. Δεν επιθυμεί, λέει, να συμμορφώσει τον νεαρό ρατσιστή, αλλά να τον αφουγκραστεί. «Το θέαμα είναι αυτο-παραγόμενο και κατασκευάζει τους δικούς του κανόνες: είναι μια απατηλή μορφή του ιερού»: όπου ο εξομολογητής-δημοσιογράφος ακούει με προσήλωση τον ευάλωτο/αφελή/ματαιόδοξο «αμαρτωλό» να εκμυστηρεύεται τα παθήματά του, και οι τηλεθεατές καλούνται να συμμετάσχουν σε ένα τεχνητό «άγγιγμα ψυχής».

Για να είμαστε δίκαιοι, στην τηλε-πραγματικότητα δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ καρέκλες να εκσφενδονίζονται προς τη μεριά του οπερατέρ, όπως συμβαίνει στο «Ροτβάιλερ». Τα πράγματα συνήθως εκτυλίσσονται και κλείνουν ομαλά εν μέσω χαμογελαστών/συγκινημένων/δακρυσμένων γκρο πλαν. Η απόκλιση από τον κανόνα όμως, όπως επινοείται από τον Γκιγέρμο Ερας, διαγράφεται εξίσου αναμενόμενη με όλο το υπόλοιπο έργο. Το ξέσπασμα του Ροτβάιλερ είναι ζήτημα χρόνου και η κατάληξη της συνάντησης προδιαγεγραμμένη με μαθηματική ακρίβεια – όπως κάθε στερεοτυπική σκιαγράφηση χαρακτήρων. Ο καλεσμένος ήρθε στο στούντιο για να γίνει θέαμα και αυτό υπηρετεί με συνέπεια, μέχρι τελευταίας λήψης.

Η πρόθεση του συγγραφέα είναι εξόφθαλμη: αν ο σκίνχεντ που μισεί τους μετανάστες είναι κατάπτυστος, άλλο τόσο κατάπτυστος είναι και ο δήθεν προοδευτικός δημοσιογράφος που τον καλεί στην εκπομπή του με το πρόσχημα του διαλόγου. Αυτό όμως είναι ένα μάθημα που το έχουμε μάθει πλέον απέξω. Ο συγγραφέας μάς το ξαναπαρουσιάζει ως αναμάσημα κοινωνιολογικού εγχειριδίου, απλοϊκά, χωρίς φαντασία, χωρίς καμία διάθεση να το πάει στα άκρα.

Φαίνεται ότι κάπου τη διαισθάνθηκαν όλη αυτή τη φτώχεια τα μέλη της ομάδας ΝΑΜΑ και έτσι προέβησαν σε ριζική αναμόρφωση και διασκευή του κειμένου. Αφαίρεσαν κομμάτια διαλόγου (κυρίως τα «ισπανικά» μέρη με αναφορές στον Φράνκο, στον εμφύλιο, στην ΕΤΑ κ.ο.κ.), πρόσθεσαν δικά τους, επινόησαν έναν ολοκαίνουργιο ήρωα, τον Ράφα, υποτακτικό του Ροτβάιλερ, μετέφεραν τη δράση από τα τηλεοπτικά στούντιο στο καταφύγιο του τελευταίου, και προσπάθησαν να κάνουν το τέλος ακόμη πιο δραματικό, με τις πόρτες να κλειδώνουν, τους σωματοφύλακες να απουσιάζουν, και το αίμα να κυλάει στις κάμερες.

Η προσπάθεια είναι φιλότιμη, το αποτέλεσμα όμως δεν παύει να αποτελεί μια ελαφρώς βελτιωμένη εκδοχή ενός πολύ κακού υλικού. Η σκηνοθεσία χτίζει τους ήρωες μέσα από λεπτομέρειες-κλισέ, επιλογή αναπόφευκτη ίσως όταν ολόκληρο το έργο είναι ένα κλισέ με πόδια και μουσούδα. Ετσι στην παράσταση ο εχθρός των μαύρων πίνει λευκό γάλα και λέει αντισημιτικά ανέκδοτα με τα οποία γελάει μόνο ο χαζός υποτακτικός του, ενώ ο υποκριτής, ψευτοπροοδευτικός Χάιμε είναι γκέι και σνιφάρει κόκα στα διαφημιστικά διαλείμματα.

Αν απώτερος στόχος είναι η δημιουργία κλειστοφοβικού κλίματος που εγκυμονεί κινδύνους (το κινητό που δεν έχει σήμα, το «μπρουτάλ» περιβάλλον, το αίμα στο στρώμα) και οδηγεί σε εκτροχιασμό, ο στόχος αυτός δεν επιτυγχάνεται σκηνοθετικά. Οι ηθοποιοί φαντάζουν καρικατούρες του εαυτού τους. Δεν ενσαρκώνουν τους ήρωες αλλά παίζουν τους ρόλους σε πρώτο επίπεδο: ο Δημήτρης Λάλος νάρκισσος, ημιμουτρωμένος, ζόρικος τύπος που δεν «μασάει», ένας Ροτβάιλερ-πόστερ μπόι. Ο Γιάννης Ράμος, αρκετά πειστικός ως εκνευριστικός, αυτάρεσκος παρουσιαστής, ανοίγει όλα τα χαρτιά του από την αρχή και μετά δεν έχει κάτι περισσότερο να δώσει. Και οι δύο μοιάζουν σαν να βρήκαν τα κοστούμια που τους κολακεύουν και αρνούνται να τα βγάλουν, ακόμη και όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει και η ζέστη γίνεται, υποτίθεται, αφόρητη. Ετσι, χωρίς ερμηνευτικό στριπτίζ, τα πνεύματα δεν βράζουν και η πιθανότητα εξαέρωσης μηδενίζεται.

Ευχάριστη κωμική νότα, τέλος, στον ρόλο του καρτούν σκίνχεντ Ράφα, ο Δημήτρης Καπετανάκος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: