Ψυχή «νεφελώδης» επί δύο

  • «Σύννεφα» στο νου, ψύχωση στο σπίτι, εμμονή, διαρκείς ανατροπές, βίαιο τέλος
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/02/2010
  • Ερίκ Βεστφάλ, Εσύ και τα σύννεφά σου, σκην.: Κοραής Δαμάτης. Θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Δυο γυναίκες, η μεγαλύτερη Ερνεστίνα και η νεότερη Αντέλα, βιώνουν περίπου έγκλειστες μέσα στο σπίτι τους, το αρρωστημένο ψυχόδραμα της αδελφικής σχέσης. Η πρώτη, συνείδηση σαφώς διαταραγμένη, έχει αναπτύξει την ιδιότυπη εμμονή να συμβιώνει με πιθηκοειδή παντός τύπου, τα οποία, στην ανάγκη, μπορεί να τα αντικαταστήσει και με ανθρώπους. Πονηρή, παιδική ή αποτρόπαιη, καταβασανίζει την ταγμένη σ’ αυτήν, στερημένη κάθε κανονικής ζωής, αδελφή της. Και η δεύτερη όμως, απ’ τη μεριά της, αποδέχεται σχεδόν εθελόδουλα αυτή τη μοίρα μέχρι να εξοντωθεί απ’ την ίδια την αδελφή της, σε κάποια απ’ τις παροξυντικές φάσεις της. Το «Εσύ και τα σύννεφά σου» (1969), καλογραμμένο και ψυχιατρικά ελεγμένο, συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του σ’ αυτή την περίπου ταύτιση των διαταραχών μέσω της αλληλεξάρτησης μέχρι θανάτου, κάτι που πολύ επιτυχημένα αποδίδει η γαλλική γλώσσα: πρόκειται για μια «folie ‡ deux», κατά την οποία το κυρίως διαταραγμένο πρόσωπο συμπαρασύρει στη μοίρα του το υποτιθέμενο υγιές που, μέσα απ’ τη συνήθεια, ενδεχομένως και την αγάπη, σιγά σιγά χάνει κάθε διάθεση αντίδρασης για να φυλακιστεί κατά διάφορους εκάστοτε τρόπους στην ψύχωση της αρχικής έλκουσας νοσηρής συνείδησης.

  • Τέσσερα πρόσωπα

Το έργο έχει γραφεί χρησιμοποιώντας όλα κι όλα τέσσερα πρόσωπα: τις δύο αδελφές, έναν περίεργο γιατρό-οικογενειακό φίλο που ισορροπεί ανάμεσα στην ιατρική δεοντολογία και στην αντιδεοντολογική υποχωρητικότητα (όταν μπορεί προμηθεύει με πιθηκοειδή την Ερνεστίνα) κι έναν περαστικό πλασιέ που, ανήξερος, πέφτει προσωρινά θύμα εν είδει πιθήκου, και εγκλείεται για λίγο απ’ τη δαιμονισμένη παρανοϊκή σ’ ένα δωμάτιο περίπου βασανιστηρίου.

Ο Γάλλος συγγραφέας Ερίκ Βεστφάλ (Μονπελιέ 1929), μεταξύ δημοσιογραφίας και συγγραφής, κάτοχος κατά καιρούς ποικίλων υψηλών διοικητικών θέσεων αλλά και διακρίσεων, έχει στο ενεργητικό του πλειάδα θεατρικών έργων, δύο μυθιστορήματα, ακόμη και ένα κόμικ. Γενικά, συναιρεί τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα και τα σοβαρά προβλήματα που μαστίζουν τον σύγχρονο κόσμο.

Στο συγκεκριμένο του, πάντως, πρώιμο έργο, αφετηρία του είναι οι ψυχογραφικές απολήξεις της (συντηρητικής) οικογενειακής παράδοσης. Ο Κοραής Δαμάτης επέλεξε σωστά να τροχιοδρομήσει την παράστασή του επάνω σ’ έναν χαριτωμένο εφιάλτη, όπως τον υπαγορεύει ιδίως ο αλλοπρόσαλλος ψυχισμός της κεντρικής ηρωίδας. Ετσι, κέρδισε το βασικό στοίχημα: να κρατήσει αμειώτως υψηλά το θερμόμετρο της δράσης εναλλάσσοντας το κωμικό με το εφιαλτικό, χωρίς η ισορροπία να χάνεται προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Οι διαρκείς ανατροπές ήσαν το κύριο προτέρημα αυτής της εργασίας καθώς, σαν σε σκωτσέζικο ντους, ο θεατής περνάει απ’ το γελαστικό στο τρομακτικό απροσδόκητο. Ο Δαμάτης επέλεξε και το είδος του σκηνικού: στο φόντο χάρτες της ανθρώπινης ανατομίας και υποτιθέμενα βαλσαμωμένα ζώα ριγμένα στον χώρο, μου έδωσαν μάλλον την εντύπωση, εύκολης και εξωτερικής λύσης. Ο μουσικός Χρήστος Θεοδώρου παρακολούθησε εύστοχα τις εναλλασσόμενες καταστάσεις, ενώ η μετάφραση της Χαράς Μπακονικόλα διέθετε τα αλλογενή ύφη των ηρώων και των καταστάσεων σε μια γλώσσα ευέλικτη, θερμή αλλά και φοβογόνο, όπου αυτό χρειαζόταν.

  • Ερμηνείες

Η Σμαράγδα Σμυρναίου στο ρόλο της «υπόδουλης» Αντέλας κόμιζε με σαφήνεια το βασανιστικό ηθικό κληροδότημα του οικογενειακού συντηρητισμού. Το βασικότερο επίτευγμά της ήταν πως μπόρεσε να μεταδώσει μια πολύ δύσκολη διάσταση: τη λάμψη της πληγωμένης ανθρωπιάς ενός εκ κατασκευής «θαμπού» μέσα στη δράση προσώπου. Δεν θα κρύψω την θεατρική χαρά μου που ξαναείδα λαμπρόν, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο. Εδωσε έναν πλασιέ αφελή και φοβισμένο, κατεργαράκο και ψευτοφανταιζίστα, όπως όλοι οι πραματευτάδες αυτού του τύπου. Η παρουσία του ήταν ένα φωτεινό μονόπρακτο που διεμβόλισε την παράσταση. Ο οικογενειακός φίλος Ζομπρόφ του Δημήτρη Μπικηρόπουλου έδρασε «κοντά στο κείμενο» αλλά και χωρίς τις εντάσεις και τα συνειδησιακά του διλήμματα.

Απομένει η κυρία Αντιγόνη Βαλάκου, ένας αμφίσημος γρίφος: παρά την πάγια προσήλωσή της στις γνωστές της ιδιομορφίες ομιλίας (όχι κίνησης εδώ), έφτιαξε ένα πλάσμα δαιμονικό, ένα παιδί για θωπεία ή για εξορκισμό, ένα άφυλο θήλυ κι αιφνίδια μια διεκδικητική γυναίκα, μια άλλοτε τρυφερή κι άλλοτε άγρια κι αβυσσαλέα ψυχή.

Η Βαλάκου, παρά τις εμμονές της, ανεκρίζωτες πια (αλλά εδώ νιώθω αμβλυμένες απ’ το σκηνοθετικό χέρι), είναι μια ηθοποιός μεγάλης, ακατάβλητης σκηνικής δύναμης, ευρύτατων έως και κλοουνίστικων στην περίπτωση μεταμορφώσεων, που μαγνήτιζε τον θεατή, ακόμη κι αν άλλοι ηθοποιοί δίπλα της έπαιζαν «σωστότερα» απ’ αυτήν. Οπως και να ‘ναι, δύσκολα θα μπορούσα να σκεφτώ για την Ερνεστίνα αρμοδιότερη ερμηνεία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: