Ο Μαγιακόφσκι και το Στοίχημα

  • Η παράσταση της ποίησης είναι ένα διαρκές και απόλυτα σύγχρονο στοίχημα. Η έντονη εικαστικότητα του ποιητικού λόγου, ο ερμητισμός και συγχρόνως η ανοικτότητά του σε πλήθος ερμηνειών, η καλειδοσκοπική λεκτική οικονομία που γεννάει ετερόκλητες νοητικές παραστάσεις, χωρίς ιδιαίτερη ή προφανή συνοχή, αποτελούν ελκυστικούς λόγους για να ανέβει η ποίηση στη σκηνή. Να γίνει ενσώματη ροή εικόνων, μια διαδικασία διεπίδρασης. Ωστόσο η διαδρομή από το ποίημα στην παράσταση είναι επισφαλής.
  • Νωπές είναι εξάλλου οι εντυπώσεις από τις παραστάσεις που ανέβηκαν στα πλαίσια του «έτους Γ. Ρίτσου», το 2009. Πολύ λίγες ήταν αυτές που μπόρεσαν να μετουσιώσουν την ποίηση του Ρίτσου σε θεατρική μεταγλώσσα, εκεί όπου η παράσταση σημαίνει και οι λέξεις σημαίνονται (εξαιρετικό παράδειγμα η «Ελένη» του Βασίλη Παπαβασιλείου). Τούτο ενδεχομένως συνέβη ακριβώς για τους ίδιους λόγους για τους οποίους η ποίηση είναι κρίσιμη θεατρική ύλη. Μια παράσταση ποίησης, δεν κινδυνεύει τόσο από την παρανάγνωση, όσο από τη λαθρανάγνωση, από την προειλημμένη απόφαση του σκηνοθέτη και των υπόλοιπων συντελεστών να «φανούν» οι ίδιοι, πατώντας στο εκάστοτε ποιητικό χαλί, το οποίο και μεταχειρίζονται ενίοτε σαν κουρελού.
  • Στην παράσταση «Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ», σε σκηνοθεσία ΤάκηΤζαμαργιά (Θέατρο Επί Κολωνώ, σκηνή Black Box ) αυτό που συμβαίνει είναι διαφορετικό. Ανασυστήνεται με τη μέθοδο του assemblage ο Μαγιακόφσκι μέσα στον κόσμο του. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ιστορικά σπαράγματα, κομμάτια από την ποίηση του Μαγιακόφσκι, δεσμίδες λέξεων από την Αχμάτοβα, τη Γώγου και φυσικά από την ποίηση του «συνομιλητή» του Γ. Ρίτσου. Επιλέγει να παραστήσει την εικόνα του Μαγιακόφσκι και της ποίησής του. Παρουσιάζει ποιητικούς αντικατοπτρισμούς, μηχανιστικές όψεις, υπαινίσσεται τις φουτουριστικές αρχές του ποιητή που σε συνδυασμό με την άναρχα επαναστατική φύση του, του επέτρεψαν να αγωνιστεί για το σοσιαλιστικό ιδεώδες, τον έρωτα, την ελευθερία -με ιδιόρρυθμο και προωθημένο για την εποχή του τρόπο -και στη συνέχεια να αυτό-εκμηδενιστεί. Ο Τζαμαργιάς μεταχειρίζεται και αναδομεί τη διαδικασία της παράστασης με ψυχαναλυτικά, λακανικού τύπου εργαλεία.
  • Στη σκοτεινή, υγρή, κλειστοφοβική σκηνή του Black Box -κάτι σαν την άγρια επικράτεια του Ασυνείδητου- κατέρχεται ο Μαγιακόφσκι (πολύ καλός στο ρόλο του ο Γ. Μιχελής) σαν «άγγελος», σαν ο «13ος Απόστολος». Συναντιέται με στιγμιότυπα της ζωής του και πριν αναληφθεί ξανά στο τέλος της παράστασης αναφωνεί με οδύνη «το εγώ δεν μου αρκεί»…
  • Βασικός άξονας στη σκηνή είναι η αντιστικτική, υπόρρητη σχέση μεταξύ των ηθοποιών Γ. Μιχελή και Δ. Καραμπέτση. Ο πρώτος με την εξπρεσιονιστική διάχυση και ο δεύτερος με την ικανότητά του να «εξορθολογίζει» αποτελούν το βασικό δίπολο. Μουσική (Πλ. Ανδριτσάκης, Τ. Σωτηράκης) και βιντεοπροβολή (Com. odd. or) συνεπικουρούν στην απόδοση της σύγκρουσης μεταξύ του ναρκισσισμού του επαναστάτη και του πραγματισμού του συστήματος (κάθε συστήματος), που επιδιώκει εντέλει την ευρυθμία, την τάξη και όχι την αμφισβήτηση. Διατηρώντας επιφυλάξεις για την ενδυματολογική προσέγγιση (που μάλλον δεν φαίνεται να κατανοεί το παραστασιακό αίτημα καθαυτό) και τη χρήση του φωτισμού, νομίζω ότι η παράσταση «Μαγιακόφσκι: Ιδού Εγώ» είναι ένα κερδισμένο στοίχημα. Και είναι κερδισμένο γιατί εικονοποιεί με λιτότητα τη διαδικασία της παράστασης και δεν επαναπαύεται στην αναπαράσταση, λειτουργώντας έτσι ως εργαστήριο προβληματισμού και όχι ως μονοσήμαντη αισθητική απόλαυση.
  • Ελευθερία Ράπτου, Η ΑΥΓΗ: 07/02/2010
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: