«Το τρίτο στεφάνι» στη Σκηνή Κοτοπούλη του Εθνικού Θεάτρου

Μικροαστική Θεία Κωμωδία

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Από την παράσταση «Το τρίτο στεφάνι» (του Κώστα Ταχτσή) με τη  Νένα Μεντή που παίζεται στο Εθνικό Θέατρο- Σκηνή Κοτοπούλη  σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή
  • Οι μυθιστορηματικές σάγκες οικογενειακής πλοκής είναι μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες του αφηγηματικού λόγου στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού

Oι θεμελιώδεις πυρήνες του είδους αυτού βρίσκονται μέσα στο ομηρικό έπος και αργότερα, έστω τεμαχισμένες, υπηρετώντας το τραγικό σχέδιο, μέσα στις τραγωδίες που ουσιαστικά δύο οικογένειες αφορούσαν, τους Λαβδακίδες των Θηβών και τους Ατρείδες του Άργους. Μερικές μάλιστα τραγωδίες, όπως οι «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, είχαν ενδεικτική επική δομή και σχεδόν κάλυπταν, μαζί με τις καταγωγικές του μύθου αναφορές στα χωρικά, τέσσερις με πέντε γενιές.

Ο Κώστας Ταχτσής αφηγήθηκε τη «σάγκα» των Ελλήνων μικροαστών χωρίς να αποστεί κατά κεραίαν από την αφηγηματική, δομική και επική δοσολογία. Προίκισε τον λογοτεχνικό μας κανόνα με ένα έργο μοναδικής αυθεντικότητας. Κατέγραψε με ακρίβεια ζυγαριάς φαρμακοτρίφτη, παρατήρηση μικροβιολόγου, σχολαστικότητα γλωσσοκοινωνιολόγου την παθογένεια μιας εποχής, όπως αναδεικνύεται στο πειραματικό εργαστήρι μέσα από τη στατιστική πύκνωση μιας πυρηνικής μέσης μικροαστικής οικογένειας. Διότι τα πάθη, τα βάσανα, οι αμαρτίες, τα αδιέξοδα, τα μίση και οι έρωτες, οι αναστολές και οι ματαιώσεις, οι φαντασιώσεις και οι ψευδαισθήσεις, οι μισές αλήθειες και τα μισά ζωτικά ψέματα της οικογένειας που απαθανατίζει ο Ταχτσής είναι στατιστικό δείγμα της νεοελληνικής μικροαστικής οικογένειας του 20ού τουλάχιστον αιώνα.

Και έχει ως μικρομοντέλο όλα τα τυπικά γνωρίσματα των τραγικών οικογενειών, τις ίδιες «καταραμένες» ρίζες, τις ίδιες αμαρτίες, τα ίδια, χειρότερα από τα εγκλήματα, λάθη, τις ίδιες απονενοημένες πράξεις και τις ίδιες ατελέσφορες φυγές από το κέντρο του κυκλώνα. Κυρίως όμως σ΄ όλες τις μεγάλες αφηγήσεις, ο κυριαρχικός είναι ο ρόλος ενός καταλύτη, ενός δημιουργικού ή καταστροφικού παράγοντα που υπεισέρχεται σ΄ ένα δομημένο σύστημα, μια οικογένεια δηλαδή εδώ, και τη δυναμιτίζει, την ανατρέπει, την αλλοιώνει, την αναβαπτίζει, την αποχρωματίζει ή τη δηλητηριάζει.

Το «Τρίτο Στεφάνι» είναι μια μικρή ιλιάδα και συνάμα μια οικογενειακή οδύσσεια, μόνο που τώρα συμπρωταγωνιστούν ο Θερσίτης, η Κίρκη, οι Μνηστήρες, ο μαινόμενος Ορέστης, η Ιοκάστη και μια άλλη Εκάβη, το ίδιο βασανισμένη, αλλά και το ίδιο απάνθρωπα εκδικητική.

Μεγάλο άθλο κατόρθωσαν ο Σταμάτης Φασουλής και ο Θανάσης Νιάρχος με τη μεταφορά αυτού του επικού μικροαστικού ποταμού από τον αφηγηματικό χρόνο της μιμητικής πράξεως δι΄ απαγγελίας και αναγνώσεως σε μιμητική πράξη δρώντων.

Κατανόησαν σωστά πως το δράμα αυτού του έπους των μικροτήτων και της αστοχασιάς δεν είναι μόνο η κύρια πλοκή. Ο «Μύθος» του έργου είναι η Γλώσσα του. Η ανορθοδοξία, η τόλμη, η γοητευτική φλυαρία των γιαγιάδων μας με την εμμονή στη λεπτομέρεια, στις αποχρώσεις, στην υπαινικτική πονηριά και στην αφτιασίδωτη ρητορική της λαϊκής ευφράδειας, αυτά είναι τα προικώα της λογοτεχνικής εποποιίας του Ταχτσή.

Και αυτά διέσωσαν, ώστε οδήγησαν τον σκηνοθέτη Φασουλή να στήσει μια σκηνική μίμηση της αφήγησης με δύο θεμελιώδη υλικά της υφής· τον ρεαλισμό της πλοκής και τη μουσική της γλώσσας (στημόνι) και από την άλλη τον νατουραλισμό της υποκριτικής με την επική μπρεχτική απόδοση (υφάδι), ώστε τα τελούμενα να λειτουργούν ως παραξένισμα, δηλαδή τα οικεία στον μέσο Έλληνα δεινά να φαντάζουν και να δείχνονται και να είναι ανοίκεια, δηλαδή να λειτουργούν στην περιοχή και στην περιωπή της Ποίησης, τουτέστιν της Αυτογνωσίας.

Ο Φασουλής πέτυχε απόλυτα να υφάνει με γνήσια σκηνικά μέσα τον επικό μικροαστικό χωρόχρονο πότε εστιάζοντας σ΄ έναν αντιήρωα ιλιαδικής καταγωγής και πότε σ΄ έναν αντι-ήρωα οδυσσειακής καταγωγής που εξελίσσεται μέσα στον χρόνο της ιστορίας και της ατομικής του ωρίμασης.

  • ΙΝFΟ: «Το τρίτο στεφάνι» στο Εθνικό Θέατρο – Σκηνή Κοτοπούλη (Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210.3305074 και 210.7234567)
  • Καημός, ειρωνεία, απελπισία

Ο Φασουλής αποδεικνύεται συνεχώς δάσκαλος ηθοποιών, δηλαδή σκηνοθέτης σκηνικού ήθους όχι τροχονόμος και ταξιθέτης, όπως πολλοί. Είχε στη διάθεσή του (και με την απόλυτη, φαντάζομαι, επιλογή του) θαυμάσια ομάδα, κυρίως γυναικών. Η Μεντή πλησίασε μεγάλες υποκριτικές στιγμές της Κοτοπούλη, της Σαπφώς Αλκαίου, της Παξινού, της Μεταξά (και αναφέρομαι σε όσες έπαιξαν ελληνικό λαϊκό ρεπερτόριο).

Η Φ. Κομνηνού σχεδίασε και σάρκωσε τον καλύτερο, ως σύνθεση και αποχρώσεις, έως τώρα ρόλο της. Καημός, ειρωνεία, απελπισία και υπέρβαση. Η Τρύπη άλλη μια φορά αδράχνει τον ρόλο από τα μαλλιά και τον κάνει αυτονόητο, χωρίς να φαίνεται ο μόχθος της έρευνας. Η Δαμάνη με την πείρα της, αλλά και την εσωτερική της τεχνική συνθέτει μικρά διαμαντάκια.  Η Ζορμπά κάνει ακροβασίες πάνω στο βάσανο και την αυτοσυντήρηση, το ένστικτο και το συναίσθημα. Η Βεργέτη ωριμάζει και ωριμάζοντας βαθαίνει, φτάνοντας ώς τη ρίζα του καημού.  Καλωσορίζω την Ηρώ Μπέζου στο θέατρο ουσίας και επιβεβαιώνω τις συνθετικές δυνατότητες της Αγορ. Οικονόμου, της Ματζουράνη, της Σιδερά. Η Ντόρα Σιμοπούλου, χάρμα.

Από τους άνδρες, ο Στάνκογλου με προσόντα και παρουσία- λείπει ακόμη το βάθος- ενώ ο Νταλιάνης ξέρει λιτά να σχεδιάζει τύπους με κοινωνικό περιεχόμενο καταγωγής. Ο Χύτας είναι ηθοποιός πολύφερνος και με μέλλον καλύτερο από το παρόν. Ο Ριμένας στον πλέον απαιτητικό ρόλο, αφού ο Φασουλής θέλησε να προσθέσει εκτός κειμένου μια έξοχη κατά τη γνώμη μου παρενδυτική σκηνή γκογκολικής γραφής διά χειρός Ζενέ. Έπλασε το τραγικό και συνάμα ιδιοφυές είδωλο του συγγραφέα. Ο Κουτρουβιδέας λίγο βέκκιος, ενώ πλάθει μια σειρά εύστοχα σκίτσα με βαθιές χαράξεις ο Δεπάστας.  Μια παράσταση μικροαστικής δαντικής Θείας Κωμωδίας, χωρίς σύνορα ανάμεσα στην Κόλαση και τον Παράδεισο.

  • Μεράκια και νταλκάδες

Το εικαστικό και το ηχητικό περιβάλλον ήταν άψογα. Η Ελ. Παπαγεωργακοπούλου σχεδίασε και εκτέλεσε έναν διαχρονικό χώρο σαν φωτογραφία που έχει πάρει φως. Εξάλλου αυτό είναι το πυρηνικό σκεπτικό τού Ταχτσή: η μνήμη πάμφωτη σαν μεσημέρι- καλοκαίρι κρατάει μέσα στις εκλάμψεις της τα ουσιώδη, τα τραυματικά και τα συνταρακτικά. Η Βαχλιώτη σχεδίασε κοστούμια θεατρικά, ήτοι εποχικά αλλά χαρακτηρισμένα. Καθένας φορά τη μόδα προσαρμοσμένη στο γούστο του ή στην άγνοιά του. Ο Παυλόπουλος κάνει φωτιστικά θαύματα, η Παπαδαμάκη έδωσε κίνηση θεατρικής ουσίας κι όχι τάχα ζωής εποχής. Ο Θ. Οικονόμου και με την πρωτότυπη μουσική του-ήχος βάθους ψυχών και τις επιλογές τραγουδιών απέφυγε την ηθογραφική αναμνησιολογία, αλλά ερμήνευσε μεράκια και νταλκάδες των ηρώων.

//

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: