Ματιά στο σύγχρονο ελληνικό έργο

«ΜΑΝΑ, ΜΗΤΕΡΑ, ΜΑΜΑ» / ΘΕΑΤΡΟ ΒΕΑΚΗ / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΝΙΟΣ, ΠΑΝΟΣ ΣΚΟΡΟΛΙΑΚΟΣ, ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΑΦΗ, ΒΑΣΩ ΓΟΥΛΙΕΛΜΑΚΗ, ΝΤΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑ

  • Του Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η ΑΥΓΗ: 03/01/2010

  • «Μάνα Μητέρα Μαμά» του Διαλεγμένου και μια κωμωδία της Βίλης Σωτηροπούλου

Σχολιάζοντας κατά καιρούς με διάφορες ευκαιρίες, εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, το θέατρο του Γιώργου Διαλεγμένου, υποστήριζα πάντα μια θέση που δεν έχω αλλάξει από τότε: ότι η πρώτη του ύλη είναι ατόφια τραγική. Ο Διαλεγμένος ερευνά στα έργα του τη διαπλοκή της τύχης με τη μοίρα, προσθέτοντας πάντα σε αυτές τις δύο δυνάμεις που ορίζουν τη ζωή μας μια διάσταση ηθική. Δεν υπάρχουμε τυχαία ριγμένοι, έτσι, στον κόσμο, ούτε όμως η μοίρα μας είναι αναπότρεπτη, άνωθεν δοσμένη. Είμαστε ελεύθεροι να πράξουμε το ένα ή το άλλο, αλλά έχουμε πάντα την πλήρη ευθύνη της επιλογής μας. Σε όλα τα έργα του διακηρύσσει αυτή την αρχή, με κάθε ευκαιρία, μετατρέποντάς τη σε ελατήριο της δραματουργίας του.

Μόνιμος, συλλογικός πρωταγωνιστής των έργων του είναι ο ίδιος πάντα «θίασος σκιών» της νεοελληνικής οικογένειας, που σπαράζεται από τα ίδια αρχέγονα «οικεία κακά». Στο πρώτο του έργο, το «Χάσαμε τη θεία στοπ», βλέπουμε τον συγγραφέα να ψηλαφεί διερευνητικά το θέμα του οργανώνοντας το υλικό πριν θίξει καίρια ένα από τα θεμελιακά προβλήματα του νεοελληνικού μας βίου, που είναι η διαταραγμένη, τραυματική σχέση μάνας – παιδιού, όταν η μάνα νιώθει να κλονίζεται μέσα της η πίστη στην αποστολή της, ένα γεγονός που εκδηλώνεται με απόρριψη ή με υπερπροστασία. Στο επόμενο έργο του ο Διαλεγμένος τολμά να θέσει το χέρι του «επί τον τύπον των ήλων» ψαύοντας την πληγή και η μετωνυμική θεία… προβιβάζεται σε Μάνα Μητέρα Μαμά. Τώρα ο συγγραφικός στόχος προβάλλει καθαρά μέσα από το τυραννισμένο πρόσωπο της τυραννικής μητρός αμήτορος: μιας τρομερής δεσπόζουσας θεάς – μητέρας καθηλωμένης στο αναπηρικό καροτσάκι, ασάλευτης σαν σε πέτρινο βόθρο, που παγιδεύει όλους τους γύρω της σε μια ακινησία θανάτου. Το έργο είναι η περαιτέρω ανάπτυξη των αμφιθυμικών αισθημάτων (αγάπη – μίσος, απέχθεια – λατρεία) που γεννά στα τέκνα του το κυρίαρχο μητρικό εικονοείδωλο, μαζί με το αναπόσπαστο αίσθημα ενοχής που τα συνοδεύει, χτίζοντας ολοένα νέες δομές εξουσίας, καθώς επιστρέφει αδιέξοδο στον εαυτό του. Το θέατρο του Διαλεγμένου, διαλεγόμενο με το τραγικό, μπορεί να συμβάλει με αυτόν τον τρόπο στη διερεύνηση της νεοελληνικής ταυτότητας φωτίζοντας τα σκοτεινά σημεία και διαλύοντας με τον πικρό σαρκασμό του μύθους αιώνων, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ανάλογες κοινωνιολογικές μελέτες.

Η παράσταση στο θέατρο «Βεάκη», σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, βλέπει καθαρά το μοιραίο στοιχείο που ελλοχεύει στην καθημερινότητα των λαϊκών ηρώων πίσω από την ψευδή τους μικρο-αστικοποίηση (η καρδιά του προβλήματος) και προσπαθεί να το ανασύρει μέσα από την κανονικότητα της «ρεαλιστικής» γραφής τους. Τέμνοντας «λοξά» τα πρόσωπα με πλάγιους φωτισμούς (Αντώνης Παναγιωτόπουλος) με μουσικές κλίμακες ενός πειραγμένου, επίτηδες παράταιρου «trance» ακούσματος που ξενίζει γόνιμα (μουσική επιμέλεια Στέφανου Τορτόπογλου), με τα έξοχα μικροαστικά σκηνικά – κοστούμια του Πάτσα και με έναν σκόπιμα ελαφρά «νοθευμένο» ιθαγενή υποκριτικό κώδικα, κατορθώνει να ξεπεράσει το πρώιμο στάδιο του «ψυχολογισμού» και της ηθογραφίας που είναι, μπορούμε να πούμε, οι «παιδικές ασθένειες» του θεάτρου μας, και να φθάσει στην ίδια τη ζάλη της λαϊκής ψυχής που δημιουργείται από το κρίσιμο «οιδιπόδειο» ερώτημα: «καλύτερα να γεννιέται κάποιος ή να μη γεννιέται;». Το ίδιο ακριβώς ερώτημα διατυπώνει ο βασανισμένος λαός στα τραγούδια του συγκλονιστικά, με τέσσερις μόνο λέξεις που περικλείουν την τραγικότητα του υπάρχειν: «μάνα γιατί με γέννησες;». Η σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη φτιάχνει από το έργο του Διαλεγμένου μια αυθεντική σύγχρονη λαϊκή ιλαρή τραγωδία.

Όλοι οι ηθοποιοί μετέχουν με ψυχή στο εγχείρημα. Ο Πάνος Σκουρολιάκος δίνει έξοχα, στην κόψη κωμικού και δραματικού, τον ανήσυχο, αεικίνητο «Σωτηράκη», ο Γιώργος Νινιός, με κύρος, τον ράθυμο, αργό «Μεμά», η Ντίνα Κώνστα υψώνει σε σύμβολο την κυριαρχική μάνα, η Ελισάβετ Μουτάφη, αθόρυβα, παίρνει τη μορφή της δοτικής «Βαρβάρας» και η Βάσω Γουλιελμάκη χρωματίζει αδρά με πινελιές τη ζόρικη «Μπέμπα».

Στο «Θέατρο του Ήλιου» δίνεται μια καλογραμμένη, διασκεδαστική κωμωδία της Βίλλυς Σωτηροπούλου, με τον τίτλο «Κάθε Δευτέρα χωρίζουμε;». Κεφάτη σάτιρα της σύγχρονης ζωής μας, επικεντρωμένη στα ερωτικά μας ήθη και έθιμα. Το έργο καταπιάνεται με τα καμώματα της ονομαζόμενης «μέσης προς ανώτερης τάξης» και πιο ειδικά με το διανοούμενο τμήμα της, μάλιστα με το κομμάτι που ασχολείται με το θέατρο, με τους νέους ηθοποιούς που πελαγοδρομούν… μέσα στο θολό τοπίο της δύσκολης θεατρικής συντεχνίας. Διαθέτει επίσης το προσόν να λέει κάποιες πικρές αλήθειες. Σκηνοθετήθηκε από τον Γιώργο Μιχαηλίδη, ο οποίος του δίνει τρομερούς, ιλιγγιώδεις ρυθμούς, απογειώνοντάς το. Διαθέτει, τέλος, θαυμάσιους ηθοποιούς, διδαγμένους άριστα. Η Ντίνα Μιχαηλίδη έξοχη, αποκαλύπτει ένα σπάνιο κωμικό δυναμικό πρώτης τάξεως. Η Ελένη Καλλία, μια τέτεια περσόνα «κυρίας», άψογη σκηνικά. Η Κατερίνα Μπιλάλη ένα «διαμαντάκι», η Θάλεια Προκοπίου επιβεβαιώνει το ταλέντο της και η συγγραφέας, Βίλη Σωτηροπούλου, σε έναν απροσδόκητο ρόλο. Τα πανέμορφα σκηνικά της Αγνής Ντούτση, ωραία μουσική του Στάθη Δρογώση, ήχος και φως του Αντώνη Μιχαηλίδη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: