«Η ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟΥΧΟΣ» ΤΟΥ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΣΟ

  • Φύση και χρήμα
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009

<!–

Φύση και χρήμα

–>

Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω (1856-1950) είναι μαζί με τον προγενέστερό του κατά διακόσια χρόνια Τζόναθαν Σουίφτ, οι δύο μέγιστοι είρωνες και σατιρικοί συγγραφείς της Βρετανίας αμφότεροι Ιρλανδοί που αφομοίωσαν τη βρετανική παράδοση για να την ανατρέψουν. Ο Σουίφτ είναι περισσότερο γνωστός στην Ελλάδα από το έργο του «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», που ασκούν με το βιτριολικό τους χιούμορ μία ανελέητη κριτική στα ήθη, έθιμα, θεσμούς κ.ά. της μεταελισαβετιανής Αγγλίας, σατιρίζοντας τις αδυναμίες και τις ατέλειες, τα κουσούρια του «πολιτισμένου» ανθρώπου, αγγίζοντας κάποτε τα όρια ενός κυνισμού σχεδόν μισάνθρωπου. Λιγότερο γνωστή στην Ελλάδα είναι η μνημειώδης «επιστολή» του στο αγγλικό Κοινοβούλιο με την οποία προτείνει ειρωνικά ως λύση του επισιτιστικού προβλήματος της Ευρώπης… την κατανάλωση της σάρκας των παιδιών του προλεταριάτου των φτωχών χωρών!

Ο Σω, κληρονόμος κατά κάποιο τρόπο του Σουίφτ, είναι γνωστός στη χώρα μας περισσότερο για τα θεατρικά έργα του που έχουν μεταφραστεί και παιχτεί, ήδη από το 1907, ενώ αγνοούμε σχεδόν τελείως την πλευρά του κοινωνικού ακτιβιστή και του μαχητικού πολιτικού συγγραφέα, μέσω κυρίως της «Φαβιανής Εταιρείας» πρόδρομου των σοσιαλιστικών κομμάτων, που ίδρυσε. Ο Σω ήταν ανάμεσα στους πρώτους αστούς διανοούμενους που διείδαν τη χρεωκοπία του καπιταλιστικού συστήματος, παράλληλα με τον Μαρξ.

Η διαφορά τους είναι ότι ο Μαρξ βλέπει (σωστά απ’ την πλευρά του) ολόκληρο το δάσος (την οικονομία). Βλέπει έτσι τους ανθρώπους αλλά χάνει κάποτε απ’ το βλέμμα του τον άνθρωπο. Ενώ ο Σω (εδώ δεν κρύβονται οι οφειλές του στον ανεστραμμένο ανθρωπισμό του Σουίφτ) μας δείχνει (απ’ την πλευρά του επίσης νόμιμα) στα πολιτικά του κείμενα και στο θέατρό του το δέντρο, δηλαδή τον κορμό της οικονομίας, τον συγκεκριμένο άνθρωπο – χρήμα, ως «αμαρτία» της ιστορίας που διαβρώνει και υποσκάπτει τα θεμέλια του πολιτισμού.

«Η εκατομμυριούχος» του 1935, γραμμένη στα απόνερα της μεγάλης οικονομικής κρίσης είναι ένα έργο – πείραμα, ένας ειρωνικός αποδεικτικός σωρείτης, όπου επιχειρεί να μας δείξει το (σχετικώς) αδύνατο της αλλαγής του συστήματος, όσο κυριαρχεί σε αυτό το ψυχολογικό πορτρέτο του κτητικού, εγωκεντρικού ανθρώπου. Αλλά και το (σχετικώς) αδύνατο της αλλαγής του ανθρώπου, όσο υπάρχει το σύστημα.

Η εκκεντρική, κυνική, «χαριτωμένη» εκατομμυριούχος που αδίστακτα διαφθείρει ανθρώπους, θεσμούς και καταστάσεις με το παντοδύναμο χρήμα – και το αγγελικό χαμόγελό της, έρχεται αντιμέτωπη σε μια σχέση αγάπης – μίσους με έναν ιδεαλιστή – επαναστάτη, γιατρό που προσπαθεί να τη «θεραπεύσει» με το «φάρμακο του έρωτα» (και του γάμου) από την «ασθένεια του πλούτου», και να την «αλλάξει».

Τι θα γίνει; Τι είναι ισχυρότερο; Η φύση της γυναίκας ή το χρήμα; «Φυσική» κατάληξη του ειρωνικού αυτού έργου θα ήταν ίσως να βλέπαμε, αντίθετα να «θεραπεύεται» από την «ασθένεια του ιδεαλισμού», μπροστά στη δύναμη του πλούτου, ο θεράπων ιατρός της. Το τέλος της κωμωδίας μένει όμως ανοιχτό, πιστό στον σχετικισμό (και στη σχέση αγάπης – μίσους με τις γυναίκες) του συγγραφέα, χωρίς τίποτε να αποκλείει…

Το έργο είναι γραμμένο σε πεζό λόγο, αλλά η διάνοια και ο μύθος του δεν είναι ξένα στο «μιούζικαλ». Αυτό επιχείρησε να κάνει η παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής, σε μετάφραση – διασκευή της Νόνικας Γαληνέα και του Κοσμά Βίδου, σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία του Σωτήρη Χατζάκη, μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου: μια μουσική κωμωδία επάνω στο έργο του Σω. Θεωρώ το επιχείρημα νόμιμο και το είδα κατ’ αρχάς θετικά, σαν στοίχημα σκηνοθετικό κερδισμένο, παρά όσες ενστάσεις. Η μουσική, με ζωντανή επί σκηνής ορχήστρα, είναι και καλή και αρμόζει στο παιγνιώδες ύφος του έργου, αλλά η έντασή της είναι τόσο δυνατή που πνίγει τα λόγια των ηθοποιών.

Οι στίχοι της Νικολακοπούλου είναι ωραίοι αλλά πιο «ζεστοί» από τον βαθμό που αντέχει η εγγλέζικη, βόρεια ψυχή του έργου, μετατοπίζοντας το στίγμα του σε μεσογειακότερα τοπία. Οι χορογραφίες του Ευαγγελινού καλύπτουν εύρυθμα και πλαστικά τον χώρο αλλά δεν αποκαλύπτουν τον μηχανισμό της ανθρώπινης κούκλας, που ήταν η στόχευση – στοίχημα του σκηνοθέτη. Τα σκηνικά – κοστούμια του Μετζικώφ έχουν βάθος χρόνου, οι εικόνες βίντεο του Γ. Καραντινάκη άρτιες τεχνικά, οι φωτισμοί (Αντ. Παναγιωτόπουλος) κάπως μονοσήμαντοι. Οι τρεις ταλαντούχοι κομπέρ – περφόρμερς Κώστας Μπουγιώτης, Τζέρομ Καλούτα, Χρήστος Μουστάκας ανταποκρίνονται στη σκηνοθεσία, δίνοντας ένα ωραίο τρίπτυχο αμερικανικού καμπαρέ.

Η Νόνικα Γαληνέα διαθέτει όπως πάντα υποκριτική αρχοντιά και κύρος, σωστά διδαγμένη κρατά τις σκιερές πλευρές του ρόλου, αλλά δεν πείθει με το άτολμο και στατικό τραγούδι της. Ο Γιάννης Μπέζος καταθέτει τη φωνητική και τη σωματική του δεινότητα. Η Μελίνα Τανάγρη κολυμπά σαν το ψάρι στο νερό, και στο τραγούδι και στην υποκριτική της. Ο έμπειρος τυπίστας Μπάμπης Γιωτόπουλος είναι αφοπλιστικός, ο Αρτώ Απαρτιάν σαφής, συγκεκριμένος, καίριος. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς με το μπουφόνικο σαρδόνιο στυλ του υπερέχει. Ο Χρήστος Ευθυμίου κάνει τη δύσκολη δουλειά, χωρίς να προβάλλει «περσόνα» να είναι εκεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: