«Ευτυχισμένες μέρες» με τη Μίνα Αδαμάκη

  • Βορά στο κοινό
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η ΑΥΓΗ: 11/10/2009

Η παλιότερη άποψη ότι το θέατρο του Μπέκετ συγγενεύει με την αρχαιοελληνική τραγωδία, σήμερα είναι ξεπερασμένη. Ο παράλογος κόσμος του Μπέκετ στερείται κάθε νοήματος ή, για να το πούμε διαφορετικά, μοναδικό νόημά του είναι η έλλειψη νοήματος. Ο άνθρωπος βρίσκεται τυχαία ριγμένος μέσα σε ένα σύμπαν ακατανόητο, χωρίς αρχή και τέλος, καταδικασμένος να περιπλανιέται αέναα, βουβός, τυφλός.

Μπροστά στην κοινή βεβαιότητα του θανάτου, μπροστά στο γεγονός της θνητότητας, όλα τα άλλα σβήνουν. Ύπαρξη και ιστορία συνθλίβονται μαζί, «πακέτο» στην εν κενώ συσκευασία μιας απόλυτης θεατρικής φόρμας που αναπαράγει, αναπαριστάνει κάθε φορά πιστά τον εαυτό της και τίποτε άλλο. Αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος του «παραλόγου», ένας μη-τόπος και μια α-πορία μπροστά στην παντοδυναμία του θανάτου, στοιχεία που το διακρίνουν καθαρά τόσο από την αρχαιοελληνική τραγωδία όσο και από το ελισαβετιανό της απείκασμα σε καθρέφτη.

Όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν το 1963 στο Παρίσι, σε σκηνοθεσία του Ροζέ Μπλεν, με τη Μαντλέν Ρενώ, οι «Ευτυχισμένες μέρες», η κριτική (διά στόματος του Ζαν-Μαρί Ντομενάχ) έσπευσε να υποδεχθεί την «ανάσταση της τραγωδίας με νέα μορφή, νέα αισθητική, νέο ρίγος, βασισμένη, όχι σε συγκρούσεις παθών και πολυτελών (!) γεγονότων, αλλά στην απουσία όλων αυτών, στη γυμνότητα, στο μεταφυσικό κενό, και ακόμη στην αντι – αξία, στο αντι – συναίσθημα…». Θα πρέπει κάποιος να μην έχει ιδέαν του τι είναι τραγωδία, να έχει άγρια μεσάνυχτα, για να γράφει τέτοιες ανοησίες. Η άποψη αυτή «περπάτησε» για λίγο, αλλά δεν είχε συνέχεια.

Σε κάθε περίπτωση, το θέατρο του Μπέκετ, ως ποιητικός οργανισμός, επιζεί και θα νικήσει, όπως όλα δείχνουν, τον χρόνο, αντίθετα με τις απόψεις των ειδικών περί αυτού, που είναι προορισμένες να σβήσουν.

Ποια σχέση μπορεί να έχει η Ουίνι των «Ευτυχισμένων ημερών» με τα πρόσωπα της τραγωδίας; Η Ουίνι δεν υπέστη ποτέ της μεταβολή της τύχης, από ευτυχίας εις δυστυχίαν«. Δεν μοιάζει να έχει καν περάσει επάνω της ο τρομερός εικοστός αιώνας. Αφήνεται να γλιστρήσει ευγενικά στη χοάνη των ετών και στη δίνη του χρόνου με χλιαρές διαμαρτυρίες για το μάταιον του βίου κ.λπ. (κουβέντα να γίνεται), συνομιλώντας τρυφερά… με την οδοντόβουρτσά της και τραγουδώντας το βαλς «Πόσο σε αγαπώ», από την «Εύθυμη χήρα» του Λέχαρ.

Η αξία του πράγματος βρίσκεται στη γλώσσα του Μπέκετ (σημειώνω την καλή μετάφραση του Διονύση Καψάλη) που είναι ένας μουσικός κώδικας γραμμένος για μια ηθοποιό με μινιμαλιστική υποκριτική που να μπορεί να δώσει την αντίφαση ανάμεσα στις μεγάλες εξαγγελίες ενός πομπώδους πολιτισμού και στη μικρή διάρκεια του βίου του ανθρώπου: ένας κλαυσίγελως της πεπερασμένης και αποσπασματικής ανθρώπινης ύπαρξης που δεν βρίσκει λόγια να παρηγορηθεί για την άδικη μοίρα του θανάτου. Ένα ρέκβιεμ για μια βιρτουόζα ηθοποιό, απολύτως εσωτερικών τόνων.

Πιστεύω ότι ήταν σοβαρό λάθος διανομής η ανάθεση του ρόλου της Ουίνι στην καλή, αλλά για άλλα πράγματα, εξωστρεφή ηθοποιό Μίνα Αδαμάκη, που κατέβαλε τεράστιο μόχθο, και επιπλέον η σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου την άφησε τελείως ακάλυπτη. Ο νεότατος λόγιος σκηνοθέτης φοβάμαι ότι παγιδεύεται ακόμη στα ποικίλα διαβάσματά του. Και σπεύδει να τα περιλάβει αναφομοίωτα στις παραστάσεις του, με αποτέλεσμα να χάνει συχνά το κείμενο κάτω από τα πόδια του. Είχα πει το ίδιο για τους περσινούς «Βρικόλακες», θα το επαναλάβω πάλι. Δεν σκηνοθέτησε το έργο του Μπέκετ, αλλά διάφορες απόψεις και σχόλια που έχουν διατυπωθεί γύρω από αυτό.

Το κύριο ζήτημα δεν είναι πώς προσέγγιζε ο Μπέκετ τα έργα του γραμμένα για την τηλεόραση, ούτε τα περισπούδαστα σκηνοθετικά τρίγωνα, τετράγωνα, κ.ά., που από μόνα τους δεν παράγουν παράσταση. Εδώ η σκηνοθεσία του κ. Λυγίζου μοιάζει να έχασε την επαφή με τη διάνοια του έργου στα πρώτα πέντε λεπτά. Τοποθετώντας την Ουίνι μέσα σε στούντιο τηλεοπτικό, δεμένη σφιχτά σε καρέκλα και εκθέτοντας ανελέητα σκληρά, σχεδόν ηδονοβλεπτικά, την αιχμάλωτη «περσόνα» της ηθοποιού στο άγριο «μάτι» της κάμερας, μέσω αυτού παραδίδοντάς τη βορά στο κοινό, δεν έγινε σαφές τι ακριβώς επιδίωκε. Ό,τι και αν ήταν, δεν του βρήκε. Μπέρδεψε απλώς τα πράγματα κι έβαλε στο περιθώριο, εξουδετέρωσε, υπονόμευσε το κύριο προσόν αυτού του έργου, την αδιαμεσολάβητη, χωρίς όρους, θεατρικότητά του.

<!–

Βορά στο κοινό

–>

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: