Η χαρά του παιχνιδιού

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

«Ο διχοτομημένος υποκόμης», ελεύθερη και αρκούντως ελαφριά απόδοση της ομότιτλης νουβέλας του Ιταλο Καλβίνο, δίνει την ευκαιρία στον Κώστα Γάκη και στους νέους ηθοποιούς της ομάδας του να εμπνευστούν και να ξεδώσουν με τη μαγική φύση της σκηνικής μεταμόρφωσης.

Τα πράγματα μοιάζουν εξαρχής κάπως αστόχαστα, το θέατρο ωστόσο που καλλιεργεί τα τελευταία χρόνια ο Γάκης θα έπρεπε να μας απασχολήσει περισσότερο. Πρόκειται για ένα θέατρο που κουβαλά την υφολογία και τις ποιότητες της παλιάς μπουάτ. Στο κέντρο του βρίσκεται ακόμη μια φορά η διάθεση για επικοινωνία με το νεανικό ως προς το πλείστον κοινό, μέσα από μια ελεύθερη ή απελευθερωμένη έκφραση. Και στο βάθος διαφαίνεται η ίδια εκείνη νότα συγκίνησης και «ερασιτεχνικού πάθους» που κάνει την προσπάθεια να γίνεται τόσο συμπαθητική και ευρέως αποδεκτή. Το καμπαρέ και το βοντβίλ μεταφέρονται έτσι στο κλίμα μιας φοιτητικής παρέας και το θέατρο ανακαλύπτει εκ νέου τη λησμονημένη ερωτική διάσταση, τη βραδιά που μοιράζει τριγύρω χαμόγελα, ευαισθησία και το ζεστό άγγιγμα της παρέας.

Στο «Κέντρο Λόγου και Τέχνης» στη Θεμιστοκλέους, -στο απόλυτο «θέατρο δωματίου» της πόλης-, η πρώτη αίσθηση είναι πως φίλοι σκαρώνουν κάποια φάρσα στη γωνιά ενός πάρτι. Από κέφι και διάθεση, άλλο τίποτα. Τίποτα δεν μένει όρθιο και τίποτα δεν διαρκεί για πολύ: διαρκές βουητό τρόπων και εκφράσεων, συνεχής μετάθεση των στιλ, ανακάτεμα και ανεβοκατέβασμα του χαμηλού και του υψηλού, του έντεχνου και του κακόγουστου, αυτοσαρκασμός και κυνισμός, περίσσια και κοχλάζουσα ενέργεια. Και, φυσικά, η ένταση σκανδάλου και ανατροπής, ρευστότητας και μοναδικότητας. Με δυο λόγια, όσοι θέλουν να δουν από κοντά τι σημαίνει το περίφημο αυτό «μεταμοντέρνο», αρκεί να ανεβούν τα σκαλιά του Κέντρου για να το συναντήσουν στην πιο αυθόρμητη και διασκεδαστική εκδοχή του.

Εχουμε σοβαρούς λόγους να φύγουμε από το Κέντρο της Θεμιστοκλέους γοητευμένοι και ευδιάθετοι. Ακόμα και αν στην παράσταση απομένει μόνο ο καμβάς από την παραμυθική αφήγηση του Καλβίνο για τον κομμένο στη μέση Ιππότη και τη μανιχαϊστική ηθική του. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού: Είναι αλήθεια ότι οι περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες μένουν στα μισά, μεταξύ ενηλικίωσης και παιδικής ηλικίας. Και αναρωτιέται κανείς γιατί ό,τι βλέπει δεν ανήκει στο παιδικό θέατρο, ποιες δομικές διαφορές υπάρχουν (αν φυσικά εξαιρέσει κανείς τον ενήλικο παράγοντα και την κλίμακα παραγωγής), λόγου χάρη, με τη «Μικρή Πόρτα» της Καλογεροπούλου. Στο τέλος, η προσπάθεια συγκεντρώνει γύρω της ένα κοινό που χαίρεται ταυτολογικά με τη χαρά του παιχνιδιού, χωρίς άλλη ουσιώδη και κριτική παρέμβαση. Και αυτό βέβαια για τα καλύτερα σημεία της προσπάθειας. Γιατί κάποιες από τις ενθουσιώδεις εμπνεύσεις των ηθοποιών ξεπερνούν το όριο της σοβαρότητας, αλλά και του μέτρου, και απλώνονται στο χώρο είτε της απεραντολογίας είτε της παρεΐστικης σαχλαμάρας.

Δεν σημαίνει αυτό ότι αρνούμαστε τα υλικά που χτίζουν το θέατρο του Κώστα Γάκη, αναρωτιόμαστε όμως για τη στιβαρότητα του όλου κτίσματος. Προς το παρόν, περιμένοντας μια μεγαλύτερη και ωριμότερη πρόταση εκ μέρους του, δίνουμε τα μπράβο μας στους ηθοποιούς (στη Λένα Γιάκα, την Αγγελίνα Παρασκευαΐδη και τον Παναγιώτη Νάτση) και φυσικά στον ίδιο τον σκηνοθέτη για τη δυναμική της ομάδας του και για την όμορφη μουσική του.*

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: