ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ. ΜΕ ΦΙΝΑΛΕ ΛΑΒ-ΣΤΟΡΙ

  • H Γουίνι άφησε τον λόφο της και βρέθηκε σ’ ένα τηλεοπτικό στούντιο, στις Ευτυχισμένες Μέρες του Έκτορα Λυγίζου. Η σκηνοθεσία περιόρισε τον ορίζοντα των νοημάτων του μπεκετικού έργου κι επέτρεψε στη Μίνα Αδαμάκη να βουλιάξει σε μια υποκριτική χωρίς ίχνος ζωής.

  • ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ
  • Ο Λυγίζος θέλησε να προσαρμόσει τις Ευτυχισμένες Μέρες στις απόψεις του συγγραφέα για το άτομο που ορά και οράται, σε μια σχέση αμφίδρομων αντανακλάσεων

Στο πλαίσιο αυτό η Μίνα Αδαμάκη δεν μπόρεσε να πείσει πως αυτά που λέει η Γουίνι την αφορούν. Το έργο, που είναι αυτή η γυναίκα, ο λόγος και οι κινήσεις της, και στο δεύτερο μέρος τα βλέμματα και οι ανεπαίσθητες στροφές του κεφαλιού της, δεν μπορεί να λειτουργήσει αν το αρχικό ή το πιο ισχυρό κίνητρο είναι να γίνει όχημα επίδειξης βιρτουοζιτέ. Εν τέλει, το μόνο που κατάφερε η ηθοποιός είναι ν’ αποδείξει ότι η υποκριτική της γυψοσανίδας δεν μπορεί να ξεγελάσει, όπως μία αισθητική επέμβαση, όσο κι αν τεντώσει το δέρμα, δεν μπορεί να κρύψει την πραγματική ηλικία του ανθρώπου.

Έγκλειστοι, σαν παίκτες κάποιου ριάλιτι σόου: η Γουίνι, καθισμένη σε λευκή πλαστική καρέκλα και καθηλωμένη έως τη μέση με λευκή κολλητική ταινία, και ο Γουίλι, αρχικά ξαπλωμένος κάτω από μια λευκή πλαστική ξαπλώστρα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου μέρους, κι ενώ η Γουίνι θα λέει τα δικά της, ο Γουίλι θα είναι διαρκώς παρών στον σκηνικό χώρο, συχνά αποσπώντας απολύτως την προσοχή -όπως στην κακόγουστη σκηνή όπου κυκλοφορεί με γυμνά τα οπίσθια ή προσπαθεί να αυνανιστεί. Τι έχουμε ως εδώ; Το εσχατολογικό τοπίο, γυμνό και χωρίς καμία αναφορά στον ανθρώπινο πολιτισμό του Μπέκετ, μετατρέπεται σ’ ένα σχόλιο για την εποχή της εικόνας, για τον εγκλωβισμό των σύγχρονων ανθρώπων στην τηλεοπτική κουλτούρα, για την κόλαση της συνθήκης όπου το δημόσιο έχει καταπιεί το ιδιωτικό υπό το άγρυπνο μάτι κάθε λογής κάμερας. Ο Γουίλι, που δεν έχει παρά ελάχιστες λέξεις και φράσεις στο έργο, ο οποίος βρίσκεται σχεδόν εκτός του οπτικού πεδίου της Γουίνι (και του κοινού) και κινείται ελάχιστα, εδώ κυκλοφορεί μπροστά της/μας – ένας μπούφος που επιβάλλεται με τις κινήσεις του, καταστρέφοντας την αλληγορική ακινησία της γυναίκας και ακυρώνοντας μέρη της Γουίνι που απευθύνονται ή αναφέρονται σ’ αυτόν (κι έχουν νόημα, εφόσον ο άνδρας βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση).

Ο Μπέκετ βάζει τον Γουίλι, την ώρα που διαβάζει αγγελίες, να πετάει ένα «Ζητείται ευφυής νέος» ή «Ευκαιρία για έξυπνο νέο». Αφήνει τη φράση να αιωρείται, χλευάζει την πίστη στην ορθή λογική, στις διανοητικές ικανότητες του ανθρώπου, στο σύστημα παραγωγής κι εργασίας που τις καταναλώνει. Αν η ανθρώπινη φύση είναι ατελής -που είναι- τι σημαίνει «ευφυΐα» και βάσει ποιου συστήματος αξιών εκτιμάται ως τέτοια; Όλα αυτά στην παράσταση του Λυγίζου αγνοήθηκαν, αφού ο Γουίλι διαβάζει μία κανονική αγγελία λες και ψάχνει για δουλειά. Οι εμμονικές κινήσεις της Γουίνι, μια αυστηρή χορογραφία που έλκεται από την αγάπη των μικρών πραγμάτων και από την ανάγκη μιας αυστηρά κανονιστικής ρουτίνας που δίνει στη γυναίκα τη δύναμη να επιβιώνει (με τη βοήθεια των λέξεων που, απορφανισμένες από νόημα, εδώ λειτουργούν σαν ανάσες ζωής), είτε αγνοούνται, είτε εκτελούνται με «ανανεωτική διάθεση».

Προστίθεται όμως μία κάμερα που παρακολουθεί πότε τη Γουίνι και πότε τον Γουίλι και προβάλλει την εικόνα τους σε μία μεγάλη οθόνη δίπλα ακριβώς στο στούντιο-κλουβί. Η ιδέα είναι εντελώς άστοχη – τι θέλεις να πεις διπλασιάζοντας την εικόνα σ’ ένα έργο που κινείται αλλού και για άλλα μιλάει; Από την άλλη πλευρά του κλουβιού έχει τοποθετηθεί (σκηνογραφία Μαγιούς Τρικεριώτη) η κονσόλα της εικόνας, μικρές οθόνες, και, βέβαια, ο τεχνικός που τις χειρίζεται – ο οποίος θα μπει, μάλιστα, στο τέλος στη δράση και θα ελευθερώσει τη γυναίκα από τα δεσμά της (χωρίς κάποια δραματουργική δικαιολογία). Η Γουίνι βγαίνει από το κλουβί για να συναντήσει τον Γουίλι, που την πλησιάζει μέσα από τον διάδρομο της πλατείας. Εκεί που στο έργο όλα κρίνονται στο βλέμμα που ρίχνει η θαμμένη μέχρι τον λαιμό Γουίνι στον Γουίλι, σ’ αυτό το τελικό «Κοιτάζονται» που γράφει ο Μπέκετ στις οδηγίες, στην παράσταση τού Χώρα μεταλλάσσεται σε φινάλε λαβ-στόρι.

Διαβάζοντας το πρόγραμμα, γίνεται σαφές ότι ο Λυγίζος θέλησε να προσαρμόσει τις Ευτυχισμένες Μέρες στις απόψεις του συγγραφέα για το άτομο που ορά και οράται, σε μια σχέση αμφίδρομων αντανακλάσεων κι αλλεπάλληλων φίλτρων, που καθιστά την αυτοαντίληψη και την αυτοσυνείδηση εξαιρετικά δυσχερή και αναξιόπιστη. Το 1981, με το τηλεοπτικό έργο του Quadrat I και II, ο Μπέκετ εξέφρασε τη δυσκολία του να εκφραστεί διά του λόγου και τη μετακίνηση του ενδιαφέροντος στον ήχο, τη μουσική, την κίνηση των προσώπων σε χώρους ασφυκτικά κλειστούς. Πλην όμως, οι Ευτυχισμένες Μέρες ανήκουν σε άλλη, προγενέστερη φάση της σκέψης του, και η προσπάθεια να προσαρμοστεί το έργο σ’ ένα ξένο προς τη δομή και τα νοήματά του μοντέλο ερμηνείας εξουθένωσε και το πρώτο και το δεύτερο.

«Ευτυχισμένες Μέρες», Θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη.

  • Lifo, 08/10/2009
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: