«Όρνιθες» του Αριστοφάνη

  • «Τυφλές ελπίδες»
  • Πολενάκης Λ., Η ΑΥΓΗ: 06/09/2009

«Και θα δεις να σου φυτρώνουν, ω χαρά, τα φτερά. Τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα». Κ. Παλαμάς

Ο Κάρολος Κουν είχε δώσει τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη στο «Ηρώδειο», στη σκηνοθεσία του που έμεινε ως κλασική (Αύγουστος 1959), σαν ένα «θρίαμβο της δημοκρατίας». Οι δύο κύριοι χαρακτήρες, ο Πεισθέταιρος κι ο Ευελπίδης, δόθηκαν λίγο ή πολύ σαν δυο εξόριστοι δημοκράτες οι οποίοι καταφέρνουν να μυήσουν στην πολιτική ιδεολογία και στις «δημοκρατικές αρχές» τον μέχρι τότε άμαθο και αθώο «λαό των πουλιών», της ουτοπικής και ουράνιας, παραδείσιας χώρας «Νεφελοκοκυγίας». Αυτή η ερμηνεία του έργου ήταν ίσως κάτι που είχε ανάγκη τότε σε δύσκολες και χαλεπές εποχές η ελληνική κοινωνία. Η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης διέθετε πράγματι τη φόρμα ενός λαϊκού πανηγυριού, που τέλειωνε με τον θρίαμβο των «λαϊκών δυνάμεων» οι οποίες ως γνωστόν πάντοτε θριαμβεύουν στο τέλος, επειδή… έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Και με τα πουλιά να τραγουδούν όλα μαζί, τρισευτυχισμένα στον… γάμο του Πεισθέταιρου με την εξουσία! Ήταν μια λαμπερή, θεαματική παράσταση, στην οποία συμμετείχε το άνθος της τότε καλλιτεχνικής μας «ελίτ». Η σκηνοθεσία είχε ωστόσο απομακρυνθεί ουσιωδώς από τη διάνοια του έργου. Ποιο λοιπόν είναι το μήνυμα των «Ορνίθων»;

Δύο τυχάρπαστοι αμοραλιστές Αθηναίοι ρατέδες πολιτικοί, που θέλουνε να πιάσουν την καλή, την πέφτουν στον αγαθιάρικο, ευκολόπιστο λαό των πουλιών, υπόσχονται «πρόοδο κι ευημερία», κερδίζουν την εμπιστοσύνη (και τις ψήφους του), εκμεταλλεύονται τις ελπίδες του για ένα καλύτερο μέλλον και εισάγουν αντ’ αυτών την εξουσιομανία, τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, την κομπίνα, την αναξιοκρατία, τον μιλιταρισμό. «Διαφωτίζουν» τον καημένο απαίδευτο λαό, του «ανοίγουν τα μάτια», τον κολακεύουν αδίστακτα, διαφθείρουν τις συνειδήσεις και τον μεταβάλλουν σε άβουλο, πειθήνιο όργανό τους. Το έργο τελειώνει, όπως είπα πιο πάνω, με τον Πεισθέταιρο να νυμφεύεται ισοβίως την εξουσία… και τα πουλιά μαντρωμένα. Η ουτοπία μεταβλήθηκε σε εφιάλτη. Αυτό είναι το πολιτικό μήνυμα της πικρής αυτής αριστοφανικής κωμωδίας, είτε μας αρέσει είτε όχι.

Ο Σωτήρης Χατζάκης εκμεταλλεύτηκε την «εγρήγορη» πολιτικά μετάφραση του Μύρη, διάβασε σωστά και πέρασε το αυθεντικό πολιτικό της μήνυμα, μέσα από μια δουλεμένη παράσταση συνόλου στο πνεύμα του Αριστοφάνη, λαμπερή, ευρηματική, διασκεδαστική. Παρά κάποια κατάχρηση της αναλογίας, η οποία, όταν δίνεται έτοιμη «στο πιάτο», μπορεί να γίνει ακόμη και ενοχλητική.

Τα «πουλιά» εδώ ήταν ένα τσίρκο περιπλανώμενων ελεύθερων σαλτιμπάγκων, ακροβατών, κλόουν, ζογκλέρ, μίμων και ξυλοπόδαρων, ένα εύρημα που αξιοποιήθηκε πλήρως. Με έξοχη χορογραφία (Δημήτρης Σωτηρίου), με θαυμαστά κοστούμια (Μετζικώφ) και θεσπέσια σκηνικά (Δρίνη), με ωραία μουσική (Μίνως Μάτσας) και με φωτισμούς λοξούς του Αντώνη Παπαδόπουλου, απέπνεε έναν αέρα ουράνιας ελευθερίας, ενώ συγχρόνως, με τα μικροσκοπικά φτερά που έβαλε η ενδυματολογία στους ώμους των ρόλων, γείωσε το έργο, το έφερε σε ανθρώπινα μέτρα, το έκανε διπλανό, δικό μας. Η είσοδος του θιάσου, κομμάτι για ανθολογία. Το φινάλε του γάμου… με χάρτινη τη νύφη – εξουσία δεν ήταν συντριπτικό για τον άνθρωπο, του άφηνε «τυφλές ελπίδες».

Ο Γιώργος Αρμένης βρέθηκε στο στοιχείο του και «οργίασε» ως πληθωρικός – φανφαρόνος Πεισθέταιρος. Αν και δεν απέφυγε κάποιες υποκριτικές υπερβολές, κρατήθηκε όμως μέσα στον ρόλο. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Ευελπίδης), ένας χαμηλότονος, μινιμαλιστής, ηθοποιός, που οι σιωπές και οι αμηχανίες του έχουν κύρος, έκανε ντουέτο με τον Αρμένη σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η Ρένα Κυπριώτη και ο Νίκος Καρδώνης (επίσης ευρηματικός κομπέρ, επιθεωρητής και Κινησίας), αρίστευσαν ως κορυφαίοι του πολυπρόσωπου μικτού χορού, από τον οποίο ξεχώρισα την Ελευθερία Γαλιατσάτου, την Αγγελική Ματοπούλου, τη Ρωξάνη – Ελένη Γαρεφαλάκη και τη Χριστίνα Σουγιουλτζή για το θελκτικό χορευτικό της σόλο (αηδόνα). Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, με υποκριτικό στίγμα συγγενικό του «βωβού», έδωσε έναν ενδιαφέροντα Έποτα – μπούφο. Η Χρύσα Ρώπα χειρίστηκε με κινήσεις έμπειρου τεχνίτη τον ρόλο της Ίριδας. Ο Χρήστος Νίνης και ο Περικλής Καρακωστανόγλου είχαν στα πανιά τους τον αέρα της αριστοφανικής παράδοσης του Θεάτρου Τέχνης. Ο Θεμιστοκλής Πάνου, παίκτης για όλες τις θέσεις, είναι πάντα μία πολύτιμη μονάδα και ο Ντίνος Ποντικόπουλος σκιτσάριζε με άνεση δύο τύπους (Υπηρέτης, Μέτων).

Το κοινό με το ένστικτό του καταλαβαίνει ποιοι το κοροϊδεύουν, ποιοι όχι. Έτσι κι αυτή τη φορά δεν λάθεψε, χειροκροτώντας με ζέση όλους τους συντελεστές της παράστασης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: