*»Μήδεια» του Μποστ Θέατρο Ρεματιάς – Χαλάνδρι

  • Ο Μποστ σαν λαϊκή φάρσα

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Εχω την εντύπωση ότι από τους εκλιπόντες Νεοέλληνες συγγραφείς εκείνος που έχει μπει πλέον για τα καλά στη μελλοντική παρακαταθήκη του θεάτρου μας είναι ο Μποστ.

Ολος ο θίασος της «Μήδειας», με την Κ. Δανδουλάκη στη μέση

Ολος ο θίασος της «Μήδειας», με την Κ. Δανδουλάκη στη μέση

Και αυτό δεν είναι θεωρητική παρατήρηση, αλλά ομολογία της σκηνικής πράξης: λίγοι συγγραφείς παίζονται με τέτοια μανική διάθεση και σε ελάχιστους το κάθε ανέβασμα συγκρίνεται με όλα τα προηγούμενα. Με λίγα λόγια, πολύ λίγους συγγραφείς παίρνουμε τόσο στα σοβαρά. Αν υπάρξει ποτέ ιστορία του μοντερνισμού στην ελληνική δραματογραφία, ο Μποστ θα πρέπει να μπει στον κατάλογο των αναρχικών της γραφής, που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δυναμιτίσουν τη σοβαροφάνεια και την αδράνεια της μάζας. Μέσα στο ατελείωτο πανηγύρι της μποστικής χώρας, όπου όλα μπερδεύονται γλυκά και γελαστικά συγχρόνως, εκείνο που μένει σταθερό είναι η σάτιρα ίσως, που κάνει τα πράγματα κάποτε μελαγχολικά, και το διδακτικό μέρος, που τα κάνει να προσγειώνονται στο έδαφος της διανόησης. Ολα τα άλλα -και είναι πολλά τα άλλα- χαίρονται με το να διαλύονται στο πουθενά.

Ως γνωστόν ο Μποστ στηλίτευσε τα κακώς κείμενα της γλωσσικής μας ημιμάθειας, και σατίρισε την κακοδαιμονία μας από το γλωσσικό σκορποχώρι ενός αιώνα. Αν όμως έμενε σε αυτά, η περίπτωσή του θα εξεταζόταν σαν μια καθ’ όλα φιλολογική και καθόλου διασκεδαστική υπόθεση. Το ωραίο στον Μποστ είναι πως πείθει ότι υπάρχει μια ουτοπία της γλώσσας, όπου τα ψωμιά στέκονται όρθια και οι κανόνες σύνταξης και ορθογραφίας υποχωρούν μπροστά στην επέλαση του δεκαπεντασύλλαβου.

Και το πιο ωραίο σε αυτόν: η σύντηξη της φόρμας και του νοήματος σε ενιαία ποιητική οντότητα, λες και δεν θα μπορούσες να σκαρώσεις τέτοιες ρίμες παρά μόνο με τέτοια ρήματα. Αν δεν κινδυνεύαμε να γίνουμε υπερβολικά σχηματικοί, θα λέγαμε ότι ο Μποστ ζωγράφιζε τη γλώσσα και μιλούσε τις εικόνες.

Φτάνουμε έτσι στη «Μήδεια», που σαν παρωδία της γνωστής μυθικής ιστορίας συμμετέχει και αυτή με την ενδυμασία του μπρεχτικού κομπέρ στην αποδόμηση της νεοελληνικής ημιτέλειας. Κάπου στο μεταξύ σοβαρού και γελοίου, του σχολικού κανόνα ή του εθνικού παραληρήματος, η Μήδεια σατιρίζει την εικόνα της. Η ιστορία της εκτρέπεται και ακτινώνεται σε άλλες υποϊστορίες, το σήμερα γίνεται χθες και το χθες ηρωικό παρελθόν ή φαιδρό παρόν. Δωδεκάθεο και καλόγεροι, Αντιγόνη και Σκόπια. Ο Μποστ έχει μπροστά του τον κουβά της ελληνικότητας και τραβάει από εκεί μέσα λαγούς.

Είναι αλήθεια ότι το εξαιρετικά εύθραυστο ύφος του βρήκε με την πρώτη κιόλας παρουσίαση το ιδεώδες ανάγλυφο. Οσοι είδαν τη Λήδα Πρωτοψάλτη σαν Μήδεια μιλούν για το απόλυτο μέτρο σύγκρισης. Αυτό και το συν στο χρόνο κάνουν το όποιο εγχείρημα σύγκρισης δυσθεώρητο. Το δίλημμα της παράστασης τότε ήταν από πια μεριά να πλησιάσει το έργο, από τη μεριά του ναΐβ δημοτικισμού ή τη μεριά του εκφυλισμένου λογιοτατισμού. Διάλεξε να μη διαλέξει: οι μορφές του Μποστ έφεραν μια ειρωνική ασάφεια που για τα δεδομένα της ελληνικής κωμωδίας σήμαινε εκ μέρους των ηθοποιών έναν αληθινό άθλο ερμηνευτικής αυτοπειθαρχίας.

Η πρόταση του Πέτρου Φιλιππίδη κινείται, αντίθετα, στην περιοχή και στους ρυθμούς της λαϊκής φάρσας. Σέβομαι απόλυτα την πρόθεση του σκηνοθέτη να εγκλιματίσει το έργο στο περιβάλλον της δικής του κωμικής ιδιοσυγκρασίας, το αποτέλεσμα όμως είναι μάλλον σε βάρος της μποστικής διάνοιας. Αν γελάς με τον Μποστ δυνατά, δεν ακούς, και στη «Μήδεια» πρέπει συνεχώς να ακούς. Οσο για τα επιθεωρησιακά ένθετα, αυτά νομίζω ότι μπορούν να συγχωρεθούν, ακόμα και αν παραφουσκώνουν επικίνδυνα το κείμενο. Το να θαυμάζουμε τον Μποστ δεν σημαίνει ότι θα του επιφυλάξουμε την τύχη του μουσείου. Τα κατ’ ιδίαν και κατ’ αναλογίαν φέρουν πάντα κάτι από τη χάρη του α λα μανιέρ, αποτελούν το επίχρισμα κάθε ενεργούς κωμωδίας.

Με την Κάτια Δανδουλάκη πάντως η σκηνοθεσία θα μπορούσε να κινηθεί αλλιώς: το παρουσιαστικό και το ύφος της δεν παραπέμπουν σε δουλάρα, ούτε σε ξενόφερτη αρχοντοχωριάτισσα. Συγκινητικές οι προσπάθειες της ηθοποιού να τσαλακώσει την εικόνα της, η φυσική κομψότητα όμως μπορεί κάποτε να σταθεί εμπόδιο. Η Μήδειά της είναι βέβαια χαριτωμένη, αντί όμως να αποτελεί το κέντρο της παράστασης μοιάζει κάποιες στιγμές να τρέχει ξωπίσω της.

Η παράσταση που είδα στη Ρεματιά ήταν πια ξεκούρδιστη, μετά τις τόσες θερινές επαναλήψεις, υπήρχε όμως ακόμα στον Χορό κέφι και πειθαρχία. Θεωρώ τον Θανάση Τσαλταμπάση ιδανικό κωμικό της γενιάς του και, πράγματι, αποδεικνύει για μία ακόμη φορά την ευλυγισία του στη σκαμπρόζα Πόλυ που δημιουργεί. Διέκρινα επίσης τον οίστρο του Γιώργου Γαλίτη, το μπρίο των Πάνου Σταθακόπουλου και Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί και οι συντελεστές (κοστούμια του Κώστα Βελινόπουλου, σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη, μουσική του Γιούρι Στούπελ, χορογραφία της Ελπίδας Νίκου) κινήθηκαν στα όρια μιας αξιοπρεπούς καλοκαιρινής παραγωγής, χωρίς ιδιαίτερο χρώμα ή ενδιαφέρον. *

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: