Για τους «Πέρσες» του Γκότσεφ

  • Λέανδρος Πολενάκης
  • Η Αυγή: 23/08/2009

Για τους «Πέρσες» του Αισχύλου, την αρχαιότερη σωζόμενη και μόνη «ιστορική» τραγωδία, είχα γράψει πρόσφατα σχετικά, ένα εισαγωγικό σημείωμα στην «Αυγή», κλείνοντας την περσινή θεατρική περίοδο, με την ευκαιρία της παράστασης του Σταύρου Τσακίρη. Δεν θέλω να επαναλάβω σήμερα τα ίδια, θα θυμίσω μόνο στον αναγνώστη ότι δεν πρόκειται για την «τραγωδία της ήττας» των Περσών και της διάλυσης της αυτοκρατορίας τους, όπως κάποιοι μελετητές, επίγονοι του Χάινερ Μίλλερ κ.ά. υποστηρίζουν. Δεν έχουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, και η τραγωδία δεν έχει γραφεί για να συγκινήσει τους Πέρσες που ούτε την είδαν ούτε την άκουσαν, αλλά για να συνετίσει τους Αθηναίους και να μην κάνουν, σε προοπτική χρόνου, τα ίδια μοιραία λάθη με τους αντιπάλους τους.

Πρόκειται για ένα έργο πολιτικό, χωρίς ίχνος κωμικής παρέκκλισης, αν εξαιρέσουμε ίσως την εμφάνιση στο τέλος του ρακένδυτου Ξέρξη, που κι εκείνη, πρέπει να βάλουμε πολύ νερό στο κρασί μας, για να τη δώσουμε ως καθαρά κωμική σκηνή. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να μας παρασύρει αυτή η εικόνα της πτώσης του ηγεμόνα και τυράννου “από ευτυχίας εις δυστυχίαν”, για να επωφεληθούμε της ευκαιρίας και να δώσουμε όλη την τραγωδία σε ύφος παρωδίας και σάτιρας εν γένει σήμερα της εξουσίας, όπως έκανε ο γερμανοσπουδαγμένος Γκότσεφ στην Επίδαυρο, με τους «Πέρσες». Κάτι τέτοιο δε δικαιολογείται. Αν ο ικανός κατά τα άλλα κ. Γκότσεφ ήθελε να δώσει μια σάτιρα της αιώνας εξουσίας… που δε βάζει ποτέ μυαλό, ας επέλεγε τους “Ιππής” του Αριστοφάνη, και θα ανοιγόταν τότε μπροστά του στάδιον δόξης λαμπρόν. Θα μπορούσε, πιστεύω, με το ίδιο επιτελείο και με τους ίδιους θαυμάσιους ηθοποιούς του Εθνικού μας Θεάτρου, που υπηρέτησαν τους «Πέρσες» του με υποκριτική αυτοθυσία, να “κάνει παπάδες”, κατά το κοινώς λεγόμενο, με τους “Ιππής”. Αλλά εζήλωσε και αυτός, φευ, δόξαν “αναμορφωτή” του Αισχύλου, ακολουθώντας την ολέθρια “μόδα”. Αναρωτιέται κανείς, αν κατάλαβε γρι από το έργο. Δεν ήξερε, ας ρωτούσε. Ντροπή δεν είναι.

Θα επαναλάβω άλλη μια φορά ότι εδώ δεν έχουμε καμιά διάλυση της περσικής αυτοκρατορίας. Μια απλή, επώδυνη ήττα που δεν ισοδυναμεί όμως με ολοκληρωτική καταστροφή του “συστήματος”. Η περσική ισχύς δεν πλήττεται στη βάση της, και ο Ξέρξης “δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν για την ήττα του”, όπως φροντίζει να μας ξεκαθαρίσει ο Αισχύλος. Τον περιμένει μια στοργική αγκαλιά “μητέρας” για να τον παρηγορήσει και να τον “νουθετήσει” μητρικά με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, θετικά και αρνητικά! Αντίθετα με την “αυτόχθονη Αθήνα, που έχει προχωρήσει στο τραγικό αποχωρισμό απ’ τη “μάνα” με τη μητροκτονία του Ορέστη (ήδη ετοιμάζεται στο ποιητικό εργαστήρι του Αισχύλου η μεταγενέστερη “Ορέστεια”), και στην οργάνωση της δημοκρατικής πόλεως των ανδρών με το τραγικό στοιχείο κυρίαρχο. Μια Αθήνα που οφείλει πια να διαχειρισθεί ελεύθερα την “επικίνδυνη” δημοκρατία των “ίσων” και τη δίδυμη, “δύσκολη” αδελφή, της που “δεν μπαίνει σε κανένα ζυγό”, την τραγωδία. Ενώ η μεταλλαγή της σε μεγάλη δύναμη είναι ιστορικός μονόδρομος. Πόσο λίγο απόλυτα είναι όμως αυτά και πόσο λεπτές ισορροπίες διατηρούνται ανάμεσα στο “ανδρικό” και στο “γυναικείο” στοιχείο στις δύο αντίπαλες δυνάμεις, το βλέπουμε, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι στην Αθήνα έχουμε την ανάδυση μιας κυρίαρχης γυναικείας θεότητας, της Αθηνάς (κόρης του Δία) που εκτοπίζει σταδιακά τον πανίσχυρο “γιο” του Διός Απόλλωνα, γέρνοντας δηλαδή και πάλι την ισορροπία προς την πλευρά της πατρότητας. Ενώ στους Πέρσες, αντίστοιχα, το “φάντασμα” του Δαρείου παίζει το σκιώδη πατρικό του ρόλο δίπλα σε μια παντοδύναμη πλέον βασίλισσα – μάνα. Βλέπουμε το ίδιο παιχνίδι ανάμεσα στο ανδρικό και στο γυναικείο στοιχείο, από την πλευρά των Περσών, στο αμφίθυμο όνειρο της Άτοσσας, που είναι η “σκανδάλη” του έργου.

Θέλω να πω με τα πιο πάνω, ότι η απόφαση του Αισχύλου να δώσει έναν ανδρικό χορό στους «Πέρσες», αντίθετα με τον προκάτοχό του Φρύνιχο που εισήγαγε γυναικείο χορό στην ανάλογη δική του τραγωδία, εντάσσεται στο πλαίσιο των λεπτών αυτών ισορροπιών μέσα στο έργο, και πρέπει για τους λόγους που ανέπτυξα να γίνεται απόλυτα σεβαστή. Ο κ. Γκότσεφ έβαλε ένα χορό “παρθένων”, για λόγους που μόνο εκείνος γνωρίζει. Όπως επίσης, για λόγους μη κατανοητούς (έτσι του “έκατσε”), μοίρασε τον “αγγελιαφόρο” σε επτά πρόσωπα. Ενώ τα ψευτομοντέρνα ευρήματα όπως η εισαγωγή ενός κλόουν “τρελού”, σαιξπηρικών προδιαγραφών, είναι όχι μόνο άχρηστα αλλά και γελοία. Όπως και η απαράδεκτη ενέργεια του σκηνοθέτη να “ξεφωνίσει” τους ρόλους, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τους ηθοποιούς. Η πλήρης απουσία μουσικής σε αφήνει σε απορία, και αναγκάζομαι να υποθέσω ότι εδώ έχουμε άλλη μια προσπάθεια πλήρους ρήξης με την παράδοση που έχει πίσω του το έργο. Τα σκηνικά του Μαρκ Λάμμερτ δεν έχουν ενιαίο σκεπτικό και τα κοστούμια του ίδιου αρνούμαι να σχολιάσω. Η μετάφραση της κυρίας Βαροπούλου, βατή, δεν προσθέτει όμως κάτι νέο.

Δεν συμφωνώ ασφαλώς με το γιουχάισμα της παράστασης, που πολιτικά δεν προσφέρει τίποτε. Προτιμώ τον διάλογο, τον οποίο αναμένω χρόνια, αλλά ποτέ δεν έρχεται.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: