* «Πέρσες» Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • Οι δυναστείες την εποχή της κρίσης

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

  • Αδυνατώ προσωπικά να κατανοήσω τα γιουχαΐσματα που προκάλεσε η παράσταση των «Περσών» από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο.

Η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας μπροστά από τους επτά Αγγελιοφόρους, που στην παράσταση συμβολίζουν τον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου

Η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας μπροστά από τους επτά Αγγελιοφόρους, που στην παράσταση συμβολίζουν τον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου

Η ανάγνωση του Γκότσεφ αφορούσε μια δραστική, εξαιρετικά δομημένη και ευφυή πρόταση, σε ανοικτό διάλογο με το αρχαίο κείμενο. Ενταγμένη στον χώρο του πολιτικού θεάτρου, η βραβευμένη παράστασή του υπογράφεται όχι μόνο με την πέννα του Χάινερ Μίλερ, αλλά κυρίως με εκείνη του Μπρεχτ.

Μια ανοικτή ανάγνωση των «Περσών» είναι λοιπόν η πρόταση της παράστασης. Εργο που παίζεται σε κρίσιμη για το σύστημα στιγμή ή, μάλλον, σε εποχή κρίσης. Ενα σύστημα έχει στηρίξει τη βιωσιμότητά του στον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό και γνωρίζει τώρα την πρώτη ήττα. Στη διασκευή, εκείνο που ενδιαφέρει είναι το πώς φέρεται το σύστημα στην κρίση, καλύτερα, το πώς αντιδρούν οι φορείς της εξουσίας. Στους «Πέρσες» μια ολόκληρη δυναστεία έχει γαντζωθεί από την εξουσία και αγωνίζεται να διαχειριστεί την αποτυχία. Είναι άραγε σπάνιο να στέλνει ένας βασιλιάς στο θάνατο χιλιάδες και να παραμένει βασιλιάς;

Για τον Γκότσεφ, το έργο του Αισχύλου μπορεί κυρίως να αποκαλύψει την υπέρ-ιστορική θέσπιση της εξουσίας. Γι’ αυτό στη διασκευή του ένας τρελός κομπέρ της ιστορίας επιχειρεί την παράβαση, θέτει την καταγγελία του εκτός συστήματος, σχολιάζει με τη φωνή του Μίλερ ή με τον αντίλαλό του τα δρώμενα. Σε μια άλλη επίδειξη ανοικτής προσαρμογής, ο Βούλγαρος σκηνοθέτης αντικαθιστά τον Χορό των Περσών με επτά νέες κοπέλες. Θέλει να μεταδώσει την παράξενη -και για την αντίληψη των Ελλήνων ακόμα- φετιχιστική προσήλωση των Περσών στο εντυπωσιακό, την κλιμάκωση της έκφρασής τους στα όρια της υστερίας.

Ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) πάνω στη θυμέλη εκνεύρισε θεατές, που του ζητούσαν φωναχτά να φύγει από τον βωμό στο κέντρο της ορχήστρας

Ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) πάνω στη θυμέλη εκνεύρισε θεατές, που του ζητούσαν φωναχτά να φύγει από τον βωμό στο κέντρο της ορχήστρας

Οι επτά κοπέλες συνθέτουν όμως στην πραγματικότητα το ένα ημιχόριο. Το άλλο αποτελείται από επτά άνδρες, που επιστρέφουν από τον πόλεμο με τη μορφή του Αγγελιοφόρου. Κακώς λέμε ότι ο σκηνοθέτης έσπασε τον ρόλο σε επτά. Στην πραγματικότητα έδωσε τη θέση του σε μια επταμελή ύπαρξη, στον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου.

Σε αυτόν ακριβώς τον «λαό» απευθύνεται η Ατοσσα. Η μορφή της έρχεται από μια ολόκληρη πινακοθήκη γυναικείων μορφών, που, άλλοτε από τα παρασκήνια και άλλοτε από τη σκηνή της εξουσίας, κατόρθωσαν να θρέψουν δυναστείες. Καθώς μάλιστα η Ατοσσα ανήκει σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα, έχει αναπτύξει το ένστικτο της επιβίωσης, την τεχνική του πλάγιου ελέγχου, της εξόδου προς το φασματικό.

Είναι βέβαια φανερό πως έχει αναπτύξει όλα αυτά σε βάρος της αληθινής της φύσης. Κάποια στιγμή όμως το προσωπείο ραγίζει: Μαθαίνοντας πως ο γιος της, ο Ξέρξης, ζει, η μητέρα-Ατοσσα γίνεται ένα ανθρώπινο κουβάρι. Η βασίλισσα γρυλίζει από χαρά στην ορχήστρα. Σπουδαία στιγμή, ακόμα και αν πρόκειται για ένα διάλειμμα στον ρόλο: Η εμφάνιση αδυναμίας απαγορεύεται ρητά, και η βασίλισσα οφείλει να επιστρέψει στο κοίλο, απ’ όπου μπορεί να ελέγξει καλύτερα το πλήθος.

Γιατί από κάποια στιγμή και μετά η φρίκη έχει αρχίσει να αναγνωρίζει τον υπαίτιο της. Με την παρέμβαση του τρελού-σοφού, το όνομα του Ξέρξη έρχεται στο στόμα τού μέχρι τώρα δουλοπρεπή λαού και σπέρματα εξέγερσης κάνουν την εμφάνισή τους. Πώς αντιδρά η Ατοσσα; Με αλάθητο αισθητήριο καλεί την πιο κρίσιμη στιγμή τον Δαρείο, τον μυθικό και μυθοποιημένο βασιλιά ενός περασμένου μεγαλείου. Είναι περιττό να εξάρουμε την αξία του σχολίου, να βρούμε αναλογίες με την πρόσφατη πολιτική ιστορία. Το φάντασμα του Δαρείου αντιπροσωπεύει τη φασματική θέσπιση της εξουσίας: Πρόκειται για ζωντανό βαμπίρ, χαϊδεμένο και αυτάρεσκο. Η δυναστεία του, που με τόσο καμάρι επικαλείται, είναι βουτηγμένη στο ίδιο αίμα, μόνο που αυτός μιλάει για νίκες.

Ο Δαρείος όμως μιλάει επίσης και για «θράσος». Θράσος που καταφθάνει από το βάθος, προσωποποιημένο στη μορφή του Ξέρξη. Γόνος ευγενής και κοσμικός, στην πραγματικότητα κύμβαλο αλαλάζον, το οποίο αντηχεί τη βουλή της μητέρας του. Πολλοί αντέδρασαν στην ειρωνική απόδοση του Ξέρξη και του Δαρείου. Παραμένει, ωστόσο, πιστή στις προθέσεις του σκηνοθέτη. Ο Ξέρξης είναι ένας κηφήνας που εκτρέφεται στη σκιά του Δαρείου.

Πού χάνει λοιπόν η παράσταση την επαφή της με το κοινό; Κατά τη γνώμη μου στην πρόθεσή της να παρουσιάσει ένα κατάφωτο εθνικό δράμα (τέτοιο είναι στη συνείδηση πολλών οι «Πέρσες») στο σαιξπηρικό ημίφως του δράματος εξουσίας. Κρίμα. Γιατί οι αντιδράσεις αδικούν και την παρουσία των Ελλήνων ηθοποιών. Παίζοντας με ένα παντελόνι που κινδύνευε συνεχώς να εκθέσει τη βασιλική πυγή, ο Ξέρξης του Νίκου Καραθάνου εμφανίζεται μεταξύ φαυλότητας και γελοιότητας. Ο Δαρείος τού Μηνά Χατζησάββα καλείται ως είδωλο και εμφανίζεται σαν τσαλαπατημένος μύθος. Στην Ατοσσα, η Αμαλία Μουτούση δημιουργεί πράγματι την αίσθηση της τερατώδους διαστρέβλωσης, της απόστασης από το κοινό κριτήριο. Αποκαλυπτικός ο «τρελός» της Λένας Κιτσοπούλου.

Ο εξάμετρος μπλε τοίχος του σκηνικού συμπυκνώνει στην ίδια όψη μνημείο πεσόντων, τον βυθό και τη δύναμη της θάλασσας, τη μέγκενη της εξουσίας. Τα κοστούμια μπολιάζουν τους ρόλους με επικό χιούμορ.

Απολογιστικά: Μια ενδιαφέρουσα παράσταση γιουχαΐστηκε επειδή θεωρήθηκε ασεβής προς τον Αισχύλο και το έργο του. Ας της δώσουμε ψύχραιμα τα εύσημα που της αναλογούν. *

2 Responses to * «Πέρσες» Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  1. πάτα τη θυμέλη! says:

    Μόνο ένα σχόλιο: η χρήση ακριβώς της θυμέλης, που τόσο αδικαιολόγητα και ηλίθια εκνεύρισε απαρχαιωμένους φιλολόγους, δείχνει πως ο σκηνοθέτης είχε φιλοσοφήσει την παράστασή του για να την προσαρμόσει στο αρχαίο θέατρο, στο χώρο της Επιδαύρου. Εκτός από την πραγματικά εξαιρετική χρήση του χώρου, την «σωματικότητα» που χαρακτήριζε τόσο το παίξιμο όσο και τη σκηνοθεσία, θεωρώ πως ο δημιουργός αντιλήφθηκε και θέλησε να δείξει ότι η θυμέλη, ο χώρος του θείου, η μαύρη αυτή τρύπα, το νόημα της ζωής, το σκοτεινό και ιερό αυτό σημείο, η εξουσία μόνο το πάτησε, η εξουσία με πόδια τρεμάμενα ή σίγουρα κάποιες φορές το προσέγγισε, θέλησε να πει στο λαό, ορίστε, κατέχω το νόημα της ζωής, κανείς απ’ το λαό, τη μάζα, το χορό ή τους αγγελιοφόρυς δε πάτησε εκεί, και μόνο αυτός ο υπέροχος, ο αξιοθαύμαστος, ο οικείος, ο σύγχρονος, ο γλυκός αυτός τρελός-γυναίκα, ακούμπησε πάνω στη θυμέλη με τη γνώση ή την απόλυτη άγνοια ενός παιδιού, και μας είπε την αλήθεια.
    Ήταν πολύ καλή παράσταση, δεν καταλαβαίνω πραγματικά προς τι τόση βλακεία. Μα το πλήθος, πλήθος είμαστε, κι η μάζα μάζα είμαστε και το θέαμα, θέαμα είναι. Μέχρι κι αυτό μας είπε ο τρελός απ’ την αρχή κιόλας του έργου…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: