«Με την ευκαιρία της παράστασης του Δον Κιχώτη, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Καραχισαρίδη…»

  • Κριτική Θεάτρου
  • Περιπλανώμενες αγιοσύνες
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η ΑΥΓΗ: 26/07/2009

Ο συμπατριώτης μας Αντώνης Ζαχαρέας, πρόεδρος του Τμήματος ισπανικών σπουδών του Πανεπιστημίου της Μινεσσότα κι ένας από τους εγκυρότερους μελετητές, παγκόσμια, του έργου του Θερβάντες, επισημαίνει καίρια το πολιτικό προκείμενο της αισθητικής απάντησης του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα στο πρόβλημα των καιρών του -και των καιρών μας:

«Το κείμενο με μια έννοια σκοτώνει ή συντρίβει το πρόσωπο. Ο ιππότης θα μάθει μέσα από πικρές εμπειρίες ότι οι ανεμόμυλοι δεν είναι γίγαντες. Με αυτή την έννοια το έργο είναι μια αισθητική απάντηση σε ένα πολιτικό πρόβλημα. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι η Ισπανία της εποχής του Θερβάντες από παγκόσμια αυτοκρατορία κατάντησε μια ευρωπαϊκή δύναμη δεύτερης διαλογής, αλλά συνέχισε να συμπεριφέρεται σαν να ζούσε στα παλιά της μεγαλεία. Το μάθημα ρεαλισμού που μας προσφέρει το βιβλίο έχει διπλή εφαρμογή στις μέρες μας. Κάθε ιδέα που δεν υπολογίζει την πραγματικότητα παγώνει, μετατρέπεται στη χειρότερη δυνατή ουτοπία και κάθε παγωμένη ουτοπία γίνεται καταπιεστική, φονική για τους πιστούς της ή για όσους της ασπάζονται.

Ο κίνδυνος δεν προέρχεται τόσο από τους ανεδαφικούς επαναστάτες που αναλώνουν τη ζωή τους για χάρη ενός ονείρου. Και δεν περιορίζεται στους παρανοϊκούς τύπου Χίτλερ ή Πολ Ποτ που σπέρνουν τον όλεθρο μέσα στο παραλήρημά τους. Η κριτική του Θερβάντες χτυπάει ακόμη και τους πονηρούς πολιτικάντες κάθε λογής που πουλάνε επανάσταση και παριστάνουν ότι επιτίθενται σε ανεμόμυλους, ενώ παζαρεύουν το αλεύρι, τα τσουβάλια και το γαϊδούρι με τον μυλωνά…».

Γράφω τα πιο πάνω με την ευκαιρία της παράστασης του Δον Κιχώτη, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Καραχισαρίδη, με τον Γιώργο Κιμούλη και τον Δημήτρη Πιατά στους κεντρικούς ρόλους. Μια παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, στο «Ηρώδειο». Του μεγάλου αυτού κειμένου έχουν ήδη γίνει στην ελληνική γλώσσα αρκετές θεατρικές διασκευές, με καλύτερη και πληρέστερη εκείνη του Ιδομενέα Στρατηγόπουλου, που έχει ηλικία εκατόν τριάντα χρόνων! Για την ανάλυση του έργου παραπέμπω στο πιο πάνω κείμενο του Ζαχαρέα. Αν επρόκειτο να προσθέσω κάτι, θα έλεγα, για όσους βλέπουν σε αυτό τη μορφή ενός Χριστολογικού κυρίως προτύπου, ότι θα μπορούσαμε ίσως να διακρίνουμε στο πρόσωπο του Δον Κιχώτη κάτι ακόμη, ένα παράδοξο κράμα βουδιστικής άρνησης του κόσμου, με ψήγματα ενός πρώτου χριστιανικού αναχωρητισμού.

Εντοπίζονται, πράγματι στον Δον Κιχώτη μια σειρά κοινών στοιχείων: η ύπαρξη πόνου στον κόσμο, η ατελεύτητη σειρά μεταβολών, η δύναμη του πειρασμού, το κακό, ο διάβολος, η αποχή από τη φθορά της ζωής, τη σεξουαλική επαφή, τους χορούς, τις χαρές, τα στολίδια, τα άνετα κρεβάτια, τη χρήση του χρήματος… Επίσης ισχύει ο αυστηρός κανόνας της ακτημοσύνης. Που και πώς έγινε ο συγκρητισμός αυτός, δεν είναι ακόμη γνωστό.

Ίσως κάπου στη Συρία, σταυροδρόμι των πολιτισμών, τον έβδομο – όγδοο αιώνα μ.Χ. μέσα από έναν «βίο του Βούδα», προέλευσης μάλλον Ινδικής, που μεταλλάχθηκε, πιθανώς από τον Ιωάννη Δαμασκηνό σε χριστιανική μυθιστορία, με θέμα την περιπλανώμενη αγιοσύνη, για να γίνει στη συνέχεια ένα δημοφιλές ανάγνωσμα «ψυχωφελές» της Δύσης. Πρόκειται για το «Βαρλαάμ και Ιωάσαφ», που μεταφράστηκε και τυπώθηκε στην Ισπανία, δέκα χρόνια πριν απ’ τη συγγραφή του πρώτου μέρους του «Δον Κιχώτη» και αποδεδειγμένα επηρέασε τις ντόπιες γραφές. Το θέμα είναι όμως εντελώς παρθένο, και θα ήταν πρώιμο να καταλήγαμε από τώρα σε βεβιασμένα συμπεράσματα.

Στο Χριστολογικό τυπικό της περιπλανώμενης αγιοσύνης βασίζουν την παράσταση ο διασκευαστής και σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής της, πηγαίνοντάς το όμως στα άκρα, για να «κλειδώσουν» το έργο μέσα στο τυπικό μιας «παραχριστιανικής» τελετής θυσίας, με την κυριολεκτική προσφορά του (ωραίου) σώματος της πόρνης – Μαγδαληνής – Δουλσινέας στους βιαστές, που «αρπάζουσι» με αυτόν τον τρόπο τη «βασιλεία των ουρανών», σύμφωνα με μία ερμηνεία ενός ευαγγελικού χωρίου… Αυτό, όμως, είναι κάτι ολότελα ξένο στη διάνοια και του ήρωα και του συγγραφέα. Ποτέ δεν θα σκέφτονταν κάτι τέτοιο, ούτε ο Κιχώτης ούτε ο Θερβάντες.

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Το ανοιχτό βιβλίο του Δον Κιχώτη δεν αντανακλά κάποιο δρώμενο μιας κλειστής σέχτας της καθολικής Εκκλησίας και πολύ περισσότερο της Ιερής Εξέτασης, μια «πράξη πίστης», ή ένα auto de fe. Πρόκειται για μια παρανόηση που «χτίζει» πάνω στο έργο του Θερβάντες, ένα άλλο έργο, το οποίο περιλαμβάνει μάλιστα εν τέλει ως ρομαντικό happy end τη συνάντηση του ιππότη in extremis με τη φανταστική «γυναίκα των λογισμών του», όταν έχει πια «συχωρεθεί» για τις αμαρτίες του, μετανοήσει, επιστρέψει στην καθολική πίστη, και ως ανταμοιβή των «κόπων» του… Το βιβλίο του Θερβάντες, όμως, ενώ δεν αρνείται την ερωτική ευτυχία στα «δεύτερα» πρόσωπά του, είναι ολόκληρο χτισμένο επάνω στη λογική της μη συνάντησης των δύο κυρίων ηρώων.

Και πώς να το κάνουμε δηλαδή; Αν αλλάξουμε αυτό το μοτίβο τι μένει; Το κέλυφος του Δον Κιχώτη, μια άδεια, γυαλισμένη προσεχτικά ιπποτική πανοπλία, ένα θέαμα καλοκαιρινό, ξεκούραστο, με όμορφες εικόνες, περιπετειώδη πλοκή, ωραία τραγούδια (στίχοι της Αγαθής Δημητρούκα), με προβλέψιμα σκηνικά του Πάβελ Ντομπρίσκι και απρόβλεπτα κοστούμια του Μεντζικώφ, με την ταξιδιάρα μουσική του Μικρούτσικου με ωραίες φωνές και σώματα, λαμπερές υποκριτικές του Κιμούλη (παράλληλα με τον ήρωα παίζει και τον «Δονκιχωτικό» του εαυτό), σε ώσμωση με τον Πιατά (τι ευφάνταστος, γήινος «Σάντσο»!) της ανερχόμενης, ταλαντούχου απορητικής Κλειούς – Δανάης Οθωναίου και των άλλων συντελεστών μιας καθ’ όλα ευχάριστης βραδιάς.

Advertisements

«Μήδεια» του Μποστ, «Ο κατά φαντασίαν ασθενής», «Ο κουρέας της Σεβίλης» με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, «Αι δύο ορφαναί» με τη «Θεατρική Διαδρομή»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, Τετάρτη 29 Ιούλη 2009
  • Μποστ και άλλες κωμωδίες

«Κατά φαντασίαν ασθενής»
  • «Μήδεια» του Μποστ

Η «Μήδεια» του αλησμόνητου Μέντη Μποστατζόγλου (Μποστ), αποτελεί μεγάλο κειμήλιο της νεοελληνικής δραματουργίας. Ενα «διαμάντι» βγαλμένο από το μεγάλο, λαογέννητο και πάντα από το λαό θρεφόμενο και οξύνοο, ανατρεπτικής κοινωνικής κριτικής κωμωδιογραφικό «ποτάμι» που κυλούσε σε όλο το ιδεολογικό, ψυχοδιανοητικό και καλλιτεχνικό «είναι» του Μποστ. Ο Μποστ εμπνεόμενος από την ευριπιδική «Μήδεια», αλλά κάνοντας άνω κάτω το μύθο, έγραψε μια εκρηκτική κωμωδία. Μια κωμωδία, με όλο το σατιρικό μεγαλείο της σπινθηροβόλου, δεκαπεντασύλλαβης, γλώσσας του Μποστ. Γλώσσα ψευτοκαθαρευουσιάνικη, με την οποία σάρκαζε το γελοίο καθαρευουσιανισμό της άρχουσας αστικής τάξης και τους αγράμματους μιμητές του. Γλώσσα που «κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει», όχι μόνο για την κοινωνία της εποχής του αλλά και τη σημερινή. Γλώσσα, που αν το καλοσκεφτεί κανείς θα διαπιστώσει ότι «καθρεφτίζει», εμμέσως σχολιάζει και ιστορεί, το γλωσσικό μας ζήτημα. Βλακώδης, αστοιχείωτη, εντελώς αγράμματη, που ξεφουρνίζει βλακείες και καθαρευουσιανικούρες, μεγαλοπιασμένη αρχοντοχωριάτισσα, η Μήδεια του Μποστ, θυμωμένη με τον Ιάσονα, που την απατά, και με τα παιδιά της, που είναι σκράπες στο σχολείο, αντί κατά τον αρχαίο μύθο να τιμωρήσει τον Ιάσονα, σφάζοντας τα παιδιά της, διατάζει να «σφάξουν» τους συμμαθητές τους!

«Ο κουρέας της Σεβίλης»

Τη «Μήδεια» πρωτοανέβασε, διδάσκοντας ιδανικά το απολύτως ιδιαίτερο σατιρικό και γλωσσικό ήθος του Μποστ, ο Θανάσης Παπαγεωργίου, στη «Στοά» του. Μια παράσταση που μοιραία αποτελεί μέτρο σύγκρισης κάθε άλλης παράστασης του έργου. Το πηγαία πληθωρικό ερμηνευτικό ταλέντο του Πέτρου Φιλιππίδη δοκιμάζεται και σκηνοθετικά, τα τελευταία χρόνια, σε – διαφορετικού από το μποστικό ήθος – ελληνικές κωμωδίες, με γενικά καλά αποτελέσματα. Η σκηνοθετική δουλειά του στη «Μήδεια» ανέδειξε την κωμικότητα των προσώπων και την φαρσικότητα των καταστάσεων, αλλά μακράν του μποστικού ήθους, καθώς πρόσθεσε και τραγούδια, μετατρέποντας το έργο σε μουσική κωμωδία (μουσική Γιούρι Στούπελ). Τα κοινωνικοσατιρικά παίγνια της γλώσσας και το παράλογο της Μήδειας υπηρετήθηκαν χάρη στη λεπταίσθητα ειρωνική αίσθηση του κωμικού που διαθέτει η Κάτια Δανδουλάκη. Απολαυστικός, είναι ο φύσει κωμικός, με αμεσότητα και φυσικότητα, Θανάσης Τσαλταμπάσης. Γόνιμη είναι η υποκριτική παρουσία των Γιώργου Γαλίτη, Γιώργου Ψυχογιού, Μάνου Παπαγιάννη, Κώστα Γιαννακόπουλου.

  • «Ο κατά φαντασίαν ασθενής»

Ο Μολιέρος, με τις αθάνατες κωμωδίες του, δε σάρκασε μόνο ποικίλες ανθρώπινες και κοινωνικές γελοιότητες της εποχής του, αλλά και δικά του «κουσούρια». Αρρωστόφοβος πάντα ο ίδιος, εξ ου και συχνά θύμα γιατρών, έχοντας στα γεράματά του πραγματικά προβλήματα υγείας, αλλά και ξέροντας ότι πολλοί άνθρωποι είναι – έως αηδίας – αρρωστόφοβοι και ότι με τη βλακεία και τον εαυτουλισμό τους καταντούν βορά ανίκανων, ασυνείδητων, φιλοχρήματων αετονύχηδων «γιατρών», καυτηρίασε και τον εαυτό του, με την τελευταία κωμωδία του «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (μετά την τέταρτη παράσταση του έργου ο Μολιέρος πέθανε). Το πρωταγωνιστικό πρόσωπο, ο Αργκάν, νομίζει ότι πάσχει από όλες τις αρρώστιες, χρυσοπληρώνει κομπογιαννίτες, καταπίνει χάπια, κάνει υποκλισμούς, αυτογελοιοποιείται και κερατώνεται από τη δεύτερη σύζυγό του – ερωμένη γιατρού του, που σχεδιάζει να τον ξεκάνει για να καρπωθεί την περιουσία του σε βάρος της μοναχοκόρης του, την οποία η μητριά προσπαθεί ή να παντρέψει με έναν πανηλίθιο «γιατρό», γιο ενός άλλου «γιατρού» ή να την κλείσει σε μοναστήρι. Ο Αργκάν θα σωθεί από τη γυναίκα του (και με αυτό το πρόσωπο αυτοβιογραφείται ο Μολιέρος) , τους κομπογιαννίτες και την αρρωστοφοβία του, χάρη στο αποκαλυπτικό σχέδιο της πανέξυπνης υπηρέτριας, του αδελφού, της κόρης του και του αγαπημένου της. Αυτό το υποδορίως πικρό αλλά μοναδικής μαστοριάς και πληθωρικής κωμικότητας (στους χαρακτήρες, στην πλοκή, στις καταστάσεις) έργο παρουσίασε (στο Φεστιβάλ Αθηνών) ο Γιάννης Μπέζος.

«Αι δύο ορφαναί»

Ο Γ. Μπέζος διαθέτει εξαιρετικό, πολύπειρο, ευρύ και πηγαία λαϊκό κωμικό υποκριτικό ταλέντο, που όμως δεν εξασφαλίζει, οπωσδήποτε, και σκηνοθετικό ταλέντο. Λάθεψε ο Γ. Μπέζος αναλαμβάνοντας τη σκηνοθεσία. Με την υπέρμετρα, μεταμοντέρνα «εκσυγχρονιστική» σκηνοθεσία του στέγνωσαν όλοι οι κωμικοί χυμοί του έργου. Η μολιερική δραματουργία θα παραμείνει οικουμενική, διαχρονική, πάντοτε αληθινά μοντέρνα. Δεν έχει σχέση με «μεταμοντερνιές». Η εγκεφαλική, δήθεν βαθυστόχαστη, άμετρα «μεταμοντέρνας» όψης (σκηνικό Μαργαρίτα Χατζηιωάννου, κοστούμια Κατερίνα Παπανικολάου, κίνηση Χάρη Μανταφούνη), τόσο άνοστη και αγέλαστη «ανάγνωσή» του στέρησε την παράσταση, ακόμα και από το δικό του μεγάλο κωμικό ταλέντο. Θετικές – με τα μέτρα της σκηνοθεσίας – είναι οι ερμηνείες των συμπαικτών του: Ναταλία Τσαλίκη, Τάσος Γιαννόπουλος, Αλμπέτο Φάις, Αγγελος Μπούρας, Γιάννα Παπαγεωργίου, Θανάση Δήμου, Θεοδώρα Σιάρκου, Εμιλύ Κολιανδρή, Μιχάλης Οικονόμου, Δημήτρης Κανέλλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς.

  • «Ο κουρέας της Σεβίλης» με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης

Με την αθάνατη κωμωδία του Μπομαρσέ, τον «Κουρέα της Σεβίλης» – δίδυμο έργο με τους «Γάμους του Φίγκαρο», κωμωδίες που αποκαλυπτικά σατίρισαν την κοινωνική «λογική», την ταξική «ανωτερότητα», τον αυταρχισμό, τα ερωτικά ήθη των αριστοκρατών της εποχής του (18ος αιώνας) – περιοδεύει το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. «Απόγονος» της λαϊκής κομέντια ντελ άρτε, μεγάλος μάστορας της κοινωνικής ουσιαστικά κωμωδίας, ο Μπομαρσέ, με τη μυθοπλοκή του σαρκάζει αριστοκράτες, μεγαλοαστούς, αλλά και τα… τζουτζέκια τους, με «τιμωρό» τους, στη συγκεκριμένη κωμωδία, τον πανέξυπνο, καλόψυχο και τίμιο υπηρέτη Φίγκαρο. Ο γεροξεκούτης, τσιφούτης, πάμπλουτος γιατρός Μπάρτολο μηχανεύεται να παντρευτεί καταναγκαστικά, ενάντια στη θέλησή της, με συνεργούς ένα χρηματιζόμενο παπά, ένα γέρο συμβολαιογράφο και έναν ηλίθιο αστυνόμο, την ορφανή, φτωχή, νεαρή και όμορφη «προστατευόμενή» του Ροζίνα, που την κρατά φυλακισμένη στο αρχοντικό του, για να μην τη δει άλλου άντρα μάτι. Ομως η κοπέλα και ο νεαρός κόμης Αλμαβίβα αλληλοερωτεύονται και ο έρωτάς τους θα ευοδωθεί χάρη στο «δαιμόνιο» του Φίγκαρο που αχρηστεύει το σχέδιο του Μπάρτολο και τους τζουτζέδες του.

«Μήδεια»

Το έργο, σε ρέουσα μετάφραση της Ζάννας Αρμάου, με λειτουργικό σκηνικό και κοστούμια εποχής του Αντώνη Χαλκιά (δικοί του και οι φωτισμοί), εκφραστική χορογραφία του Πέτρου Γάλλια, εμπλουτισμένο (και αυτή η κωμωδία μετατράπηκε σε μουσική) με τραγούδια, σε μουσική Γιούρι Στούπελ και στίχους του Γιάννη Καλατζόπουλου, σκηνοθέτησε μετρημένα, εύρυθμα και γελαστικά ο Θανάσης Θεολόγης, με βασικά στηρίγματά της το δυνατό κωμικό ταλέντο του Γιώργου Παρτσαλάκη και την ιδιότυπη κωμικότητα του Τάσου Παλαντζίδη. Καλές οι ερμηνείες της Θάλειας Προκοπίου και του Νίκου Δαδινόπουλου. «Σφιγμένοι» υποκριτικά οι νέοι ηθοποιοί Ιωάννα Δελάκου (περισσότερο) και Αντώνης Καλογήρου.

  • «Αι δύο ορφαναί» με τη «Θεατρική Διαδρομή»

Το δακρύβρεχτο αλλά αισίου τέλους, διεθνώς γνωστό, πολυδιαβασμένο και στην Ελλάδα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μισοκαθαρευουσιάνικα μεταφρασμένο, γνωστό και από κινηματογραφικές μεταφορές του, γαλλικό λαϊκό μυθιστόρημα «Αι δύο ορφαναί», ανέβασε η «Θεατρική Διαδρομή». Η διασκευή και σκηνοθεσία είναι πάλι του Τάκη Χρυσικάκου (αξέχαστη μένει η παλιά, εξαιρετικά σατιρική, αδιάκοπα γελαστική, με απολαυστικούς τον ίδιο στο ρόλο της μικρότερης τυφλής αδελφής και τον Κωνσταντίνο Τζούμα στο ρόλο της μεγάλης αδελφής). Ο Τ. Χρυσικάκος, διατηρώντας την ίδια σατιρική αντίληψη και χρησιμοποιώντας άνδρες ηθοποιούς και στους γυναικείους ρόλους και σκηνικά – κοστούμια της Αννας Μαχαιριανάκη, σκηνοθέτησε την τωρινή παράσταση, προσθέτοντας τραγούδια (μουσική επιλογή – στίχοι των Αγγελου Πυριόχου και Πάνου Χατζηκουτσέλη) και χορογραφία (Χρήστου Παπαδόπουλου).

Το παραστασιακό αποτέλεσμα είναι ευφρόσυνο και γελαστικό, αλλά διαφορετικού ερμηνευτικού ήθους από την παλιά παράσταση, καθώς είναι διαφορετικοί οι υποκριτικοί «κώδικες» των ηθοποιών της τωρινής παράστασης από τους υποκριτικούς κώδικες των ηθοποιών της παλιάς παράστασης. Το έμφυτο, έντονα λαϊκό, άμεσο, μεγάλου «γκελ» κωμικό ταλέντο του Παύλου Χαϊκάλη, όπως και η τηλεοπτικά ασκημένη κωμικότητα του Αργύρη Αγγέλου, διαφέρουν απολύτως από το ιδιότυπα ειρωνικό, σατιρικά φλεγματικό κωμικό αίσθημα του Κ. Τζούμα και το ασκημένο στο «Θέατρο Τέχνης» πνευματώδες χιούμορ του Χρυσικάκου. Στην τωρινή παράσταση ξεχωρίζει με την εκφραστική χάρη της η ερμηνεία του Σπύρου Μπιμπίλα (Πικάρ) και με το μέτρο της η ερμηνεία του Γιάννη Θωμά. Το κοινό πάντως γελά και με τις ερμηνείες των Κώστα Φλωκατούλα, Χρόνη Παυλίδη, Φώτη Σπύρου, Δημήτρη Παλαιοχωρίτη, Γιάννη Βούρου, Νίκου Τσιάμη. Καλλίφωνος και σκηνικά μετρημένος ο «αφηγητής» του Φίλιππου Μοδινού.

— KΡITIKΗ ΘΕΑΤΡΟΥ