«Ρίεζενμπουτσμπαχ» * Μια μόνιμη αποικία» του Κρίστοφ Μάρταλερ Φεστιβάλ Αθηνών

  • Να έχει κανείς ή να μην έχει

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Μια τεράστια αποθήκη γεμάτη σκόρπια έπιπλα αποστειρωμένης αχαροσύνης των ’60ς. Δεξιά και αριστερά γκαράζ, παραπέρα ένα γκισέ τράπεζας, στο βάθος ένα γραφείο με γυάλινη πρόσοψη.

Μια μικρή κοινωνία μετά την κρίση, στα όρια της παράνοιας, στήνει στην παράστασή του ο Μάρταλερ

Μια μικρή κοινωνία μετά την κρίση, στα όρια της παράνοιας, στήνει στην παράστασή του ο Μάρταλερ

Ακίνητες σε καναπέδες και καρέκλες έξι γυναίκες. Σιωπή. Κάποια στιγμή αρχίζουν όλες μαζί την κουβέντα, κοιτάζοντας το κενό, αναστενάζοντας ευχαριστημένες, σηκώνοντας κάθε τόσο το ποδαράκι ψηλά, σαν σκυλίτσες σε οίστρο. Κουτσομπολιά, κακίες, αμπελοφιλοσοφίες, παροιμίες, όπως συνηθιζόταν τότε πριν από την ύφεση. «Είμαι όσο ελεύθερη θέλω», «παραδίνεις σημασία στον εαυτό σου», «πηδά καλά όποιος πηδά τελευταίος». Οι χρόνοι όλοι δικοί του -του Μάρταλερ.

Πίσω από τις κλειστές γκαραζόπορτες, ένα αυτοκίνητο ξεσηκώνει τη γειτονιά -δεν παίρνει μπροστά, όπως η οικονομία. Επειτα από ώρα «ξεψυχά» εκπυρσοκροτώντας. Να σου τα πρώτα αρσενικά. Κοστουμαρισμένα, γραβατωμένα, λίγο αδέξια, τραγουδούν εν χορώ κάτι μακροσκελές για την ανθρώπινη θνητότητα. Δεν έχασαν μόνο το αγαπημένο τους παιγνίδι -το αυτοκίνητο- αλλά και τη σκεπή πάνω από το κεφάλι τους. Τώρα που τα σπίτια τους ανήκουν στις τράπεζες, κατοικούν στα γκαράζ. Ενοχικά, σαν ύστερα από απιστία, επιστρέφουν στις συμβίες τους, που ξύνονται, χασμουριούνται, τεντώνονται νωχελικά πάνω στα υπολείμματα του νοικοκυριού τους, μέχρι οι φορτωτές να τραβήξουν και αυτά κάτω από τους πισινούς τους.

«Γιγαντιαίο Μπούτσμπαχ» -Μπούτσμπαχ» ως συνώνυμο επαρχιώτικης ευμάρειας-ονομάζεται η τελευταία μουσικοθεατρική παραγωγή του χαρισματικού ανατροπέα του γερμανικού θεάτρου και περιγράφει ανθρώπους σε κρίση. Ο τίτλος παραπέμπει στο πλανητικό χωριό που η κρίση έζωσε σε χρόνο dt, σαν να ήταν η Λάρισα. Το έργο είναι το ίδιο γλαφυρό παράδειγμα αυτής της παγκόσμιας οικονομικής διασύνδεσης: πρεμιέρα στη Βιέννη, πέρασμα από Αβινιόν και Νάπολη, συνέχεια με Αθήνα και Τόκιο.

Πολλές εικόνες είναι χωρίς λόγια, κάποιες ζωηρεύουν με καθημερινές κοινοτοπίες, ενώ άλλες περιέχουν πιο εύρωστες θεωρίες περί καπιταλιστικής οικονομίας και δημοκρατίας. Σίγουρα ο λόγος δεν είναι το ισχυρό χαρτί αυτής της παράστασης. Το προτέρημα του θεάτρου του Μάρταλερ ήταν πάντα η απουσία σημαινόντων διαλόγων. Το μειονέκτημά του είναι ότι ενίοτε αισθανόμαστε διανοητικά «αναξιοποίητοι». Οπως στην περίπτωση του «Ρίεζενμπουτσμπαχ». Τα κείμενα της δραματουργού Στέφανι Καρπ (με τη σκηνογράφο Αννα Βίμπροκ, το τρίτο μέλος της θρυλικής ομάδας) διαρρηγνύουν ορθάνοιχες πόρτες, αποσπώντας έτσι μόνο συναινετικά μειδιάματα.

Μέσα στον πλεονασμό από ασάφειες και συμπεριφορές-πασπαρτού για διάφορα μηνύματα, ένας τεχνικός παλεύει σιωπηλά όλο το βράδυ με πολύμετρα καλώδια -σχόλιο των αυξανόμενων συστημάτων κρατικής παρακολούθησης και ιδιωτικού συναγερμού. Ενας άλλος περιγράφει στο κινητό, στρώνοντας φιλάρεσκα τη γραβάτα του, πώς ξεπάστρεψε την οικογένειά του γιατί δυσκολευόταν να τους πει ότι χρεοκόπησε. Ακολουθεί η διεισδυτικότερη και κωμικότερη σκηνή της βραδιάς. Μια επίδειξη μόδας για δύσκολους καιρούς, όπου η έξοχη 15μελής θεατρική οικογένεια του Μάρταλερ λανσάρει στην αυτοσχέδια πασαρέλα ό,τι πιο ρυπαρό και άθλιο, διασταυρώνοντας περιθώριο και γκλάμουρ σε μια καταχθόνια καταγγελία.

Φυσικά είναι ξανά συναρπαστικός ο τρόπος που οι ηθοποιοί του Μάρταλερ κατοικούν την παράνοιά τους, γαντζώνονται με ιδιοκτησιακό πανικό στα επιπλάκια τους, ανακαλύπτουν παντού με ύφος Μπάστερ Κίτον λεπτό χιούμορ και ποίηση. Και, υπό την καθοδήγηση ενός βαρύτονου, υπάρχει πάλι πολύ τραγούδι. Μελωδικό, θλιμμένο, αστείο, Μάλερ, Σούμπερτ, Μοντεβέρντι, Bee Gees… Ωστόσο, αυτή τη φορά ο μάστορας του επιβραδυσμένου σλάπστικ άφησε πολλά νούμερα στη μονότονη τύχη τους, με τη μουσική να σώζει την κατάσταση. Επομένως, οδυνηρή η στιγμή όταν ο τραγουδιστής μένει ά-φωνος. Καθώς όλοι κρύβονται στα γκαράζ από τα χτυπήματα της κρίσης, ο συμπαθητικός μεσήλικας επιχειρεί ένα τραγουδάκι. Του κάκου. Ενα μέλλον χωρίς τραγούδι είναι ό,τι χειρότερο για τον Μάρταλερ. Σκοτεινά μαντάτα για όλους του Ρίεζενμπουτσμπαχ. *

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: