ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΛΑΜΠΙΣ Στάχτη στα μάτια. Σκην.: Νίκος Χατζόπουλος. Θέατρο: Από μηχανής (ομάδα Συν-επί)

  • Μάταιη αναζήτηση καμπανίτου

    Και η φάρσα μπορεί, αν το προσπαθήσουν, να γίνει βαρετό θέατρο

  • Του Γιαννη Βαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009

Είτε ως αφρώδεις οίνοι ελληνικής κατασκευής είτε ως αιθέριες Mo�t et Chandon, οι φάρσες του ευφυούς και αβαθούς Παριζιάνου Λαμπίς (1815-1888) καταπίνουν χαρακτήρες για να προτάξουν τις εκ των απιθανοτήτων παρεξηγήσεις. Μαγιά του είδους είναι ο αστός και το ήθος του. Ενώ όμως ο στόχος μοιάζει να είναι ο καυτηριασμός, ο Λαμπίς τον θυσιάζει στον επιφανειακό ειρωνικό χυμό. Προς την κατεύθυνση της παραδοσιακής φάρσας όπως την εννοούσε ο συγγραφέας είχαμε δει το 1988 τη δουλειά του Γ. Ιορδανίδη με το Καπέλο από ψάθα Ιταλίας στο Εθνικό, ένα γαλλικό σύνολο ευφορίας με τον πολύ αρμόδιο Γ. Παρτσαλάκη. Εξάλλου, ο Μπαντής το 1996 με τις «Μορφές» έδωσε ένα μουσικό, μελαγχολικό και χαρίεν βάθος σε έναν άλλο Λαμπίς, στην Υπόθεση της οδού Λουρσίν και έτσι κατέκτησε κατ’ εμέ τον τίτλο της καλύτερης παράστασης εκείνης της χρονιάς. Ο σκηνοθέτης Τ. Μπαντής και οι συνεργάτες του μας είχαν παραδώσει -θα τολμήσω εν τέλει την άκομψη αξιολόγηση- την καλύτερη παράσταση που εγώ τουλάχιστον είδα εκείνη τη χρονιά. Υπήρξε αληθινά καθηλωτικός ο τρόπος με τον οποίο μια αφρώδης φάρσα μεταμορφώθηκε σε ένα νόμιμο κράμα μεταξύ αστυνομικού, noir, εφιαλτικής οπερέτας, θεάτρου του παραλόγου και παράλληλα αστειογόνου φαρσικού έργου, όπως και είναι η αρχική υφή του. Χωρίς να διαταραχθούν οι αυθεντικοί όροι του ελαφρού είδους, με άνεση και φαντασία προσετέθη στις πανουργίες της πλοκής η πανουργία της σκηνοθεσίας. Ετσι, το υλικό (ξανα)έλαμψε, έγινε υφολογικά ερεθιστικό και ερμηνευτικά προκλητικό.

Μόλις η παράσταση άρχιζε, ο θεατής απορούσε βλέποντας αντεστραμμένους σε αργές ηρεμίες και παρατεταμένες παύσεις εκπλήξεων τους συνήθως φρενήρεις ρυθμούς της φάρσας. Σιγά-σιγά όμως έμπαινε στο μυστικό της κωμικότατης υπερυπογράμμισης, καθώς οι ηθοποιοί διερωτώντο, συμπέραιναν ή αντιδρούσαν επισημαίνοντας (και άρα εκσυγχρονίζοντας) τον παραλογισμό της ανθρώπινης φάρσας. Η φάρσα του Λαμπίς, δεν είχε μείνει πια συρροή φαιδρογόνων αλλά καθόλου αληθοφανών παρεξηγήσεων, ρηχό παίγνιο βίου. Είχε γίνει παίγνιο κινδυνώδες περί τη ρηχότητα του βίου.

Στην περίπτωση του Κακλέα (Τεχνοχώρος), η φάρσα του Καπέλου έγινε εφιάλτης, το ανθρωποκυνηγητό φυγάδευση, η παρεξήγηση εικαστικό σοκ, το σκάνδαλο περίπου εκβιασμός και η γκάφα περίπου τρόμος. Στη λογική αυτή υπετάχθησαν ευφάνταστα οι συνεργάτες (Παντελιδάκης, Κωστέα, Δρόσος) κι όλοι μαζί μετατόπισαν τον άξονα του είδους προς μια φοβογόνο συνταγή. Το κύριο συν της συνταγής ήταν η φωτογενής κινηματογραφική αίσθηση του απροσδόκητου με ρινίσματα θρίλερ και το κύριο μείον η μοιραία όσο και σημαντική υποχώρηση του αστειογόνου αποτελέσματος.

  • Η παράσταση

Ο Νίκος Χατζόπουλος, εξαίρετος πρόσφατος μεταφραστής και σκηνοθέτης ενός Μαριβώ, δεν είχε τις ίδιες επιδόσεις στην γαλατική ιστορία των δύο επηρμένων οικογενειών που «φουσκώνουν» τα μυαλά αλλήλων στο συνοικέσιο των παιδιών τους για να αποδειχθούν όλοι τελικά ματαιωμένες και γελοίες καρικατούρες. Το «Στάχτη στα μάτια» (1861) είναι ένα σοφά χτισμένο οικοδόμημα, εύθυμο, τρελό, ειρωνικό, εύθραυστο. Η μετάφραση αλλού βρήκε τις υφολογικές αναλογίες στην ελληνική κι αλλού παραστράτησε σε εντελώς κούφια σημερινά σχήματα αγοραίου χαρακτήρα που αποδιοργάνωναν την ευκταία ομοιογένεια. Ολο το εύθρυπτο αλλά και δηλητηριώδες παίγνιο του Λαμπίς αποδίδει τους χυμούς του όταν εκληφθεί ως ξιφομαχία ατάκας, θνησιγενής αφρός, ακραία αλλά στιγμιαία, άβαθη πόζα, χάρτινη γελοιογράφηση αλλά όχι ένσαρκη χαρακτηρολογία, ήτοι ως κέφι σαν γοργό «τίποτα».

Εδώ δυστυχώς δεν τηρήθηκε καμιά τέτοια προδιαγραφή. Αντιθέτως. Η παράσταση, σχεδόν δίχως χιούμορ, υπήρξε τελείως άρρυθμη, αργόσυρτη, αποτυχημένα οπερετική κατά σημεία και ιδίως γεμάτη σχόλια στο κείμενο και εγκεφαλικές υπογραμμίσεις. Τίποτε δεν πετούσε, όλα λίμναζαν. Με τέτοια ρότα ο Λαμπίς απλώς δεν βλέπεται. Κι ας τον υποστηρίζουν με τη στέρεη και δοκιμασμένη υποκριτική τους προσωπικότητα, ιδίως όταν συνδιαλέγονται μεταξύ τους, οι κυρίες Μάνια Παπαδημητρίου και Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. Ο Κώστας Μπερικόπουλος εισέφερε ένα ευπρόσδεκτο γκροτέσκο και ο Γιώργος Ζιόβας έναν επαρχιώτη ρεζονέρ τύπου Φερναντέλ. Ουδέν το αξιοσημείωτον στους δεύτερους ρόλους (Λαμπρινή Αγγελίδου, Νίκος Γιαλελής, Σοφιάννα Θεοφάνους, Δημοσθένης Ελευθεριάδης). Το μέγα ναυάγιο υπήρξε ο έτερος των συζύγων Ακις Βλουτής, ένας ηθοποιός τραγικά αδύναμος και άοπλος για τον ρόλο. Δεν ήταν λιτά τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη, ήταν εκτός εποχής και θανασίμως φτηνά. Σώθηκαν κάπως από τα κοστούμια, ιδίως του φινάλε, της Θάλειας Ιστικοπούλου.

Λάθος σκέψη, λάθος εκτέλεση, με δυο ανεκμετάλλευτες πρωταγωνίστριες. Κι ένα έξοχο πρόγραμμα. Εμεινα μ’ αυτό, να κοιταζόμαστε εν απορία, μεσάνυχτα, κάτω απ’ τη λάμπα.

YΓ. Το παρόν κείμενο γράφτηκε πριν από τους βανδαλισμούς εναντίον της αίθουσας και των ανθρώπων της προς τους οποίους εκφράζω την αμέριστη συμπάθειά μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: