«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ» του Εντα Γουόλς στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου

Αιχμάλωτοι της Ζέντα

Στο σύμπαν της οδού Γουόλγορθ το ψωμί του τοστ είναι πολύ σημαντικό. Δεν υπάρχει κανένα υποκατάστατο. Ακόμη και σε περίπτωση εκτάκτου λειψαρτίας οι φρυγανιές είναι η χειρότερη δυνατή εναλλακτική. «Οι φρυγανιές παίρνουν τον πούλο, Σον.Οι φρυγανιές είναι γέννημα μιας νοσηρής φαντασίας» αποφαίνεται κατηγορηματικά ο πατέρας, ο οποίος γίνεται έξαλλος όταν ανακαλύπτει πως ο μικρός του γιος δεν χρησιμοποίησε τα σωστά συστατικά, τα μόνα συστατικά που κάνουν την ιστορία πιστευτή στην αναπαράστασή της: το ψωμί του τοστ.

Σε αυτό το απόλυτα ψεύτικο σύμπαν η ακρίβεια και η αληθοφάνεια είναι το παν. Η πιστότητα στις λεπτομέρειες στηρίζει το οικοδόμημα των ψευδαισθήσεων. Η παραμικρή απόκλιση μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση. Το παράλογο πρέπει από κάπου να κρατηθεί- από τα μικροπράγματα. Αν η μαμά Μορίν έφτιαχνε σάντουιτς με έναν συγκεκριμένο τρόπο, τότε και οι γιοι της, τώρα που αυτή δεν ζει πια, πρέπει να υιοθετούν απαρεγκλίτως την ίδια επιλογή υλικών.

Μπορεί ένα ψόφιο άλογο να σκοτώσει μια γυναίκα που διασχίζει μεθυσμένη ένα χωράφι; Μπορεί ένας ελαιοχρωματιστής να υποδυθεί με επιτυχία τον νευροχειρουργό; Μπορεί ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο να έχει θέα στους κάμπους του ιρλανδικού Κορκ; Το παράλογο δεν έχει όρια. Αν ένας πατέρας μπορεί να εξαναγκάσει τους δύο γιους του να μείνουν για πάντα οκτάχρονα αγόρια, αν μπορεί να ξορκίσει τον έξω κόσμο στην ανυπαρξία, να νεκραναστήσει το παρελθόν και να φορά περούκες στα φαντάσματα, τότε όλα είναι δυνατά.

Εγκλημα και τιμωρία: το έγκλημα του πατρός, η τιμωρία των τέκνων. Σαν άλλες γκέισες που τους έδεσαν τα πέλματα για να μείνουν πάντοτε μικροσκοπικά, τα δύο παιδιά έμειναν συναισθηματικά σαβανωμένα για χρόνια. Στον μικρόκοσμο του διαμερίσματός τους ο χρόνος έχει συρρικνωθεί σε μία και μοναδική ημέρα, εκείνη την αποφράδα, πριν από 20 χρόνια στο Κορκ της Ιρλανδίας, όταν μια σειρά γεγονότα οδήγησαν τον πατέρα στο έγκλημα και στη φυγή των τριών για το Λονδίνο.

Πώς είναι να ζεις όλη σου τη ζωή την ίδια ημέρα; Αν δεν είναι τραγωδία, τότε σίγουρα είναι φάρσα. Την ίδια ακριβώς φάρσα την οποία βρίσκονται υποχρεωμένα τα δύο αγόρια, εικοσιπεντάρηδες πλέον, να επαναλαμβάνουν ασταμάτητα με τη μορφή θεατρικού έργου στην οδό Γουόλγορθ. Τρεις άνθρωποι για ένδεκα ρόλους. Το σενάριο απαράλλακτο, με ελαφρές προσθήκες που μόνο ο πατέρας-σκηνοθέτης επινοεί και εγκρίνει: η ανάμνηση της Ιρλανδίας πρέπει να διατηρηθεί ζωντανή πάση θυσία. Το Λονδίνο, ο «έξω κόσμος», είναι ο εχθρός που πρέπει να εξουδετερωθεί. Και η καλύτερη στρατηγική είναι η εσωστρέφεια- εντός των τειχών, κανένας δεν μπορεί να αγγίξει τους τρεις άνδρες: ανενόχλητοι ροβολάνε στα λιβάδια των αναμνήσεων, όταν όλα ήταν όμορφα και τα χέρια του πατέρα δεν είχαν ακόμη βαφτεί με αίμα. Η φάρσα αποδεικνύεται το πιο ταιριαστό είδος για τον ιδιότυπο αυτόν θίασο της ψυχαναγκαστικής νοσταλγίας. Εχει γρήγορους ρυθμούς, απαιτεί απόλυτη ακρίβεια στην εκτέλεση, επιφέρει σωματική εκτόνωση, είναι διασκεδαστική και συνεπώς δεν αφήνει περιθώρια για σκέψη και μελαγχολία. Ευνοεί την υπερβολή, την αυθαιρεσία, την ακρότητα, αφομοιώνει και εντάσσει με ευχέρεια στον κόσμο της το αλλόκοτο σε όλες τις εκδοχές του, ακόμη και τις πιο τερατώδεις.

Και φυσικά, σε δεύτερο επίπεδο, εξυπηρετεί απόλυτα τους σκοπούς του συγγραφέα: με το εύρημα της φάρσας ως περιτύλιγμα τραγωδίας ο Γουόλς εξορκίζει κάθε μελοδραματισμό. Ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος για την απελευθέρωση της επιθετικότητας, στοιχείου σύμφυτου με το είδος, καθώς στο φαρσικό περιβάλλον η ανάφλεξη και ο εκτροχιασμός είναι ανά πάσα στιγμή πιθανοί. Κάπου εδώ, όμως, στο πεδίο των ρυθμών και του τάιμινγκ, ο Γουόλς χάνει το παιχνίδι. Το έργο ως σύλληψη είναι εξαιρετικό και ο συγκινησιακός του πυρήνας απίστευτα φορτισμένος. Οταν αρχίζει να εκτυλίσσεται η παράσταση της οδού Γουόλγορθ, ο θεατής δυσκολεύεται να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτό που βλέπει: τι ακριβώς κάνουν αυτοί οι τύποι με τις περούκες και τι σημαίνουν τα φέρετρα-μινιατούρες που κουβαλούν πέρα-δώθε; Είναι ηθοποιοί που κάνουν πρόβα ή μήπως μια ιδιότυπη σύναξη παρηκμασμένων κλόουν που βγάζουν τα απωθημένα τους;

Η συνειδητοποίηση της «πραγματικότητας» έρχεται σαν σοκ: ένας σύντομος διάλογος μεταξύ των δύο αδελφών κρυφά στην κουζίνα αποκαλύπτει (πρόωρα και άκομψα κατά τη γνώμη μου) την αλήθεια της κατάστασής τους. Από εκεί και μετά αρχίζουν τα προβλήματα: η εξαντλητική εξιστόρηση της πλοκής που χάνει τη φρεσκάδα της, η ανάγκη του συγγραφέα να συμπεριλάβει την παραμικρή λεπτομέρεια του δράματος, αλλά και η επιμονή του να εξηγηθούν πέρα από κάθε αμφιβολία τα κίνητρα του πατέρα, όλα αυτά επιφέρουν δραματουργικό ξεχείλωμα. Πόσο μάλλον όταν από το πρώτο μισάωρο έχουμε καταλάβει την πατροκτονική εξέλιξη των πραγμάτων.

Η παράσταση αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή τη δυσχερή πορεία. Ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται πλήρως τις διαστάσεις και τις προθέσεις και τις μεταφέρει επί σκηνής με ζωντάνια, κωμική ευφυΐα και αισθητική οξύνοια. Δεν καταφέρνει όμως να βρει λύσεις ενάντια στη χαλάρωση: γοργότεροι ρυθμοί, ένα εύρημα «fast forward» θα έσωζε ενδεχομένως την κατάσταση.

Πολύ καλή η δουλειά των νεότερων ηθοποιών: την παράνοια και τον φόβο του εγκλωβισμένου που υποψιάζεται μια άλλη ζωή αλλά αδυνατεί τελικά να την κατακτήσει αποδίδει ο Νίκος Γιαλελής, ενώ με τρομερή ευελιξία ανάμεσα στους θηλυκούς και στους αρσενικούς «ρόλους» του κινείται ο Θύμιος Κούκιος, ιδιαίτερη παρουσία που ξεχωρίζει συνολικά. Χαριτωμένη και εύστοχη η αθώα εισβολέας Ντέμπορα Οντόνγκ, συμπαθής ο Γιώργος Ζιόβας, αν και δεν εκπέμπει ικανοποιητικά το αίσθημα της απειλής ως πατέρας from hell.

Εξοχη, τέλος, η δουλειά της σκηνογράφου Μαγιούς Τρικεριώτη, η οποία δημιουργεί ένα προκάτ «τηλεοπτικό» τρίπτυχο κουζίνα- σαλόνι- κρεβατοκάμαρα σε στυλ αμερικανικού sitcom της δεκαετίας του ΄80, συνθέτοντας έναν κόσμο «φτηνό», πολύχρωμο αλλά και ανατριχιαστικό.

  • λουιζα αρκουμανεα | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Advertisements

Λουίτζι Λουνάρι: Τρεις πάνω στην κούνια. Ντάριο Φο: Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω.

Μια μεταφυσική κωμωδία και μια λαϊκή φάρσα από την Ιταλία

Α. Λουίτζι Λουνάρι: Τρεις πάνω στην κούνια. Σκην.: Αντώνης Αντωνίου. Θέατρο: Θεατρική Σκηνή (οδού Νάξου)

Β. Ντάριο Φο: Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω. Σκην.: Κώστας Αρζόγλου. Θέατρο: Αλ. Αλεξανδράκης (πρώην Ριάλτο)

Ενα έργο σαν το «Τρεις πάνω στην κούνια», του σύγχρονου Ιταλού Λουίτζι Λουνάρι, χαρίζει αληθινή δροσιά στη θεατρική Αθήνα. Μουσικός, μεταφραστής κλασικών κωμωδιών και συνεργάτης του Τζόρτζιο Στρέλερ στο «Πίκολο Τεάτρο», ο Λουνάρι έχει διδαχθεί πολλά και καίρια σε ό,τι αφορά τη δραστική κωμωδία. Το τωρινό του έργο, μεταφρασμένο με εξαιρετική σκηνική ευφυΐα και πλούσιες ελληνικές αναλογίες από τον Βαγγέλη Ηλιόπουλο, έχει μεν δεχθεί σαφείς επιδράσεις από το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Σαρτρ και απ’ την παράδοση του πιραντελισμού, διαθέτει όμως και μια δική του ταυτότητα: την καταιγιστική δράση και το μεταφυσικά ιλαροτραγικό αλλά σωστά, καθόλου θρίλερ αδιέξοδο, τα οποία ανέδειξε η σφιχτή και δυναμική σκηνοθεσία του Αντώνη Αντωνίου. Τρεις ετερόκλητοι άνθρωποι «φυλακίζονται» σ’ έναν ετερογενή για τον καθένα τους χώρο κι εκεί ξετυλίγουν τις φοβίες τους, το χιούμορ τους, την ελαφρότητά τους, αλλά και τον τελικό εφιαλτικό εγκλεισμό τους στον επίκοινο χώρο, αφού έχει περάσει από μπροστά τους η μορφή μιας καθαρίστριας, την οποία εκλαμβάνουν ως… την Παναγία. Ολα αυτά, σ’ ένα κλίμα παράδοξης, τρελής ευθυμίας.

  • Ομοιότητες

Βέβαια, το έργο γράφτηκε το 1990, αλλά έχει αρκετές ομοιότητες με το «Ξενοδοχείο των δύο κόσμων» του Σμιτ που είχε πρόσφατα ανεβάσει το «Αμφιθέατρο», όπου οι μελλοθάνατοι έχουν παγιδευτεί σ’ έναν ημιώροφο μεταξύ ζωής και θανάτου. Εντούτοις, οι αναποφάσιστοι ώς τη συντέλεια «νεκροί» του Λουνάρι δεν αμπελοφιλοσοφούν όπως εκείνοι του Σμιτ. Το καθετί έρχεται περίπου λογικά ενώ κολυμπά στον γελαστικό παραλογισμό.

Οι ήρωες εγκιβωτίστηκαν σ’ έναν ουδέτερο χώρο όπως έπρεπε, με μυστηριώδη παράθυρα και αμφίθυμων διαθέσεων επιβλητικές πόρτες (Αντώνης Χαλκιάς). Ο Αντωνίου – στρατιωτικός αποδεικνύει πως μπορεί να λειτουργήσει εξίσου άνετα και στην κωμική σύμφραση, ο Δημήτρης Κανέλλος – φιλόλογος έχει κάνει σοβαρά βήματα ελέγχου των εκφραστικών του μέσων σε σχέση με το παρελθόν, η Γεωργία Ζώη πετυχαίνει στους λεκτικούς υπαινιγμούς της καθαρίστριας – Θεοτόκου, ενώ ο Μιχάλης Γιαννάτος – βιομήχανος πασχίζει ολόψυχα να μετατρέψει τη γνωστή νούτικη ιδιοτυπία του σε ρόλο.

Το έργο λάμπει και η παράσταση το υπηρετεί με όλες τις δυνάμεις της.

  • «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»

Η πολυσχιδής θεατρική προσωπικότητα που ακούει στο όνομα Ντάριο Φο (Νομπέλ 1997) ορθά θεωρείται ως συγγραφή άρρηκτα δεμένη με την ηθοποιία του ίδιου και την ομάδα που την υπηρέτησε. Ετσι εξηγείται και η μεγάλη επιτυχία του. Ο Φο γράφει λαϊκές φάρσες, που συνδυάζουν, όχι με ιδιαίτερα καλό γούστο κατά τη γνώμη μου, την κωμωδία και τη μιμική με την πολιτική θέση, τη διαμαρτυρία, τη διεκδίκηση. Αυτό το μείγμα είχε ιδιαίτερη πέραση έναν καιρό εδώ στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση και μέχρι τις αρχές του ’90. Τώρα, το ποπουλίστικο και αναρχίζον παίγνιο του Φο έχει ξεπεραστεί και ως ιδεολογία αλλά και ως αισθητική.

Αυτή τη χωλότητα του συγκεκριμένου έργου «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω» (1975) που είχε ανεβάσει ως κερδισμένο προσωπικό στοίχημα ο Ληναίος, προσπάθησε να θεραπεύσει με τη διασκευή του ο Γιάννης Καραχισαρίδης τη στιγμή ακριβώς που κλυδωνίζεται ο καπιταλισμός, φουντώνει η ανεργία, πένεται ο κοσμάκης και κάποιοι ανώνυμοι Ζορρό «μπουκάρουν» στα σούπερ μάρκετ, «σηκώνουν» ράφια και τα μοιράζουν στους περαστικούς. Θεμιτός ο στόχος του. (Και παραλείπω το πλιάτσικο των αθηναϊκών Δεκεμβριανών του 2008.)

Αυτή την επικαιροποίηση δύο ζευγαριών που αγοράζουν, δεν πληρώνουν και κρύβονται ως να φανερωθούν κλήθηκε ο Κώστας Αρζόγλου να μετατρέψει σε λαϊκό θέαμα. Του βγήκε μια χαλαρή μισοβουλεβαρδιέρικη φάρσα, καρφιτσωμένη στα λιτά μα όχι και γνησίως λαϊκά σκηνικά νοικοκυριού της Χριστίνας Κωστέα. (Αλήθεια, τι τις ήθελαν τις γόβες και τα μοντελάκια οι δύο κυρίες;) Αλλά αν ο σκηνοθέτης, που επέλεξε ωραίες ιταλικές μουσικές γέφυρες, ατύχησε στην απόπειρά του, αυτό οφείλεται στο άκρως ανέμπειρο ερμηνευτικό επιτελείο που είχε στη διάθεσή του. Η ανεκδιήγητη και εκτός πάσης υπόκρισης τσιρίδα της Αγγελικής Δαλιάνη και η βαθύτερα αμήχανη, τηλεοπτικής καταγωγής, υπερνευρικότητα της Αλεξάνδρας Παλαιολόγου, ιδίως στις – αρκετές – μεταξύ τους σκηνές δοκίμασαν σοβαρά την αισθητική υγεία ενός στοιχειωδώς θεατρόφιλου κοινού. Ο καραμπινιέρος Νίκος Ορφανός και ο έτερος των συζύγων Δημήτρης Λιακόπουλος έκαναν ό,τι μπορούσαν, αλλ’ αυτό ήταν πολύ λίγο. Ο Περικλής Αλμπάνης (νεκροθάφτης – πατέρας) κατέδειξε την πολυετή τυπίστικη πείρα του. Τέλος, υπήρξε συγκινητική όσο και μελαγχολική λόγω του περιρρέοντος η ευρηματική, αυτοσχεδιαστική μπουφονερί του Πάνου Σκουρολιάκου στον κεντρικό ήρωα – σύζυγο, με σαφείς παραπομπές και έμμεσες αναγωγές σε είδη που γνωρίζει καλά, όπως η κομέντια ή ο Ρουτζάντε.

  • Προσφορά – εξαγορά

Κανείς δεν θα με πείσει πως η βράβευση του Ντάριο Φο με το Νομπέλ δεν ήταν μια πανέξυπνη παγίδα που του έστησε η Σουηδική Ακαδημία και δι’ αυτής ο κόσμος τον οποίο εκείνος αμφισβήτησε. Μπουκώσανε με χρυσό σιγαστήρα την κραυγή του, άτσαλη ίσως για μένα αλλά διασκεδαστική, θερμή και πρωτότυπη για άλλους. Να μια δολερή προσφορά – εξαγορά, στην οποία ο Φο (faux, εν προκειμένω) θα έπρεπε να είχε απαντήσει: «Δεν αγοράζω, δεν αγοράζω».

  • Κριτική Γιάννης Βαρβέρης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/02/2009