**«Τρεις πάνω στην κούνια» Θεατρική Σκηνή Αντώνη Αντωνίου

  • Μια ευχάριστη πρόταση

Γεωργία Ζώη, Δημήτρης Κανέλλος, Αντώνης Αντωνίου και Μιχάλης Γιαννάτος στην παράσταση του έργου του Λουίτζι Λουνάρι

Το έργο του Ιταλού Λουίτζι Λουνάρι, που φτάνει επιτέλους και στη χώρα μέσω της Θεατρικής Σκηνής, είναι πράγματι μια πολύ σοβαρή περίπτωση. Πατάει στον υπαρξιακό σκεπτικισμό του Πιραντέλο και θυμίζει το παλιό θέατρο του παραλόγου, από Σαρτρ μέχρι Μπέκετ. Η ιδιαιτερότητά του όμως βρίσκεται στη δομή, που είναι της αξιοσέβαστης φάρσας, και στη διάθεση, που παραμένει η διάθεση ενός ελαφριού έργου. Τα καταφέρνει καλά στο διπλό αυτό παιχνίδι: ο καθένας μπορεί να αποχωρήσει από το θέατρο έχοντας αποκομίσει κάτι, από μια ευχάριστη βραδιά μέχρι ένα σοβαρό, μεταφυσικό προβληματισμό.

Τρεις άνθρωποι, ένας μικροβιομήχανος, ένας απόστρατος ταγματάρχης και ένας καθηγητής-συγγραφέας αστυνομικών έργων, καταλήγουν από διαφορετικό δρόμο ο καθένας στο χολ ενός γραφείου που θα μπορούσε να είναι -ανάλογα με την περίπτωση- ρεσεψιόν μιας πανσιόν, γραμματεία μιας εταιρείας ή εκδοτικός οίκος. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Κάποια εξήγηση θα υπάρχει, τα στοιχεία ωστόσο περιπλέκουν αντί να διαφωτίζουν το μυστήριο. Ενας συναγερμός που σημαίνει στην πόλη αναγκάζει τους τρεις να παραμείνουν τη νύχτα στον χώρο, ώσπου την άλλη μέρα εμφανίζεται μπροστά τους μια καθαρίστρια. Η παρουσία της κάνει ακόμα περισσότερο ανάγλυφους τους φόβους που γέννησε η νύχτα: μήπως η αναμονή σημαίνει τελικά κάτι άλλο;

Από εκεί και πέρα μπορεί κανείς να δει στο έργο του Λουνάρι ό,τι θέλει. Οπως, για παράδειγμα, ότι στον παράξενο μη-τόπο του έβδομου ορόφου συναντιούνται τρεις τύποι που γέννησε η ευρωπαϊκή παράδοση: ο τύπος του αναλυτικού φιλοσόφου, ο τύπος του ρομαντικού, ανοικτού σε πάθη, προλήψεις και δεκτικού στην ενόραση αισθηματία, και ο τύπος του απλού, ζωτικού ανθρώπου, που ζει με την αίσθηση του απτού. Λόγος, βούληση και σώμα συγκλίνουν στον ίδιο θάλαμο αναμονής, χωρίς να έχουν συναντηθεί ποτέ και χωρίς διάθεση επικοινωνίας. Το αμάρτημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού: ο διαχωρισμός της ολότητας σε μέρη, που θεωρούνται -και λειτουργούν- αυτόνομα.

Λείπει, ωστόσο, από την παρέα το τέταρτο και, ίσως, το πιο σημαντικό μέλος: η υπερβατική φύση. Χωρίς αυτή κανείς δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής, γιατί απουσιάζει ο λόγος της αναμονής, η γνώση του ανθρώπινου στόχου. Ετσι ο καθένας προσεγγίζει ελλιπώς την κατάσταση: ο φιλόσοφος προσπαθεί να την ερμηνεύσει με τη δική του, στενή αντίληψη λογικής. Ο ταγματάρχης δεν την καταλαβαίνει, αλλά και δεν τον ενοχλεί: αδιαφορεί γι’ αυτήν, όπως και για κάθε τι που τον ξεπερνά. Ο μόνος από τον οποίο περιμένουμε να αισθανθεί το «θαύμα» είναι ο μικροεπιχειρηματίας, που γνωρίζει από πρώτο χέρι τις βουλές της τύχης, τα παιχνίδια του έρωτα και το παράθυρο για το ανερμήνευτο.

Γιατί αυτό που συμβαίνει δεν ερμηνεύεται: αποκαλύπτεται μέσα από την εμφάνιση της καθαρίστριας. Είναι αυτή ο λόγος της παρουσίας των υπολοίπων στον θάλαμο; Για να αποφασίσουμε πρέπει πρώτα -δύσκολο- να ξεπεράσουμε τα δεσμά της πραγματικότητας και να αντιμετωπίσουμε τον φόβο της γελοιοποίησης. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ύπαρξή μας κωμικά.

Δεν είναι πρόθεση της παράστασης να βαρύνει το έργο του Λουνάρι με όλα τούτα τα σοβαρά και σοβαροφανή. Παραμένει μια ευχάριστη πρόταση, διασκεδαστική και ουσιαστική. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες ενστάσεις, που αφορούν το φιζίκ του Μιχάλη Γιαννάτου στον ρόλο του μικρο-βιομήχανου ή την ένταση στην οποία καταφεύγει ο καθηγητής του Δημήτρη Κανέλλου. Ο στρατιωτικός του Αντώνη Αντωνίου είναι πειστικός, κάνει όμως τον ρόλο πιο συμπαθητικό από ό,τι είναι. Η λιτή και ουσιαστική καθαρίστρια της Γεωργίας Ζώη μεταφέρει την αναγκαία ποιότητα του μυστικού προσώπου.

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 07/02/2009
Advertisements

*«Alpenstock» – Θέατρο «Πορεία»

  • Ο ποιητής των πόθων της Ευρώπης

Η Αγγελική Δημητρακοπούλου στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες

Το πάντα καθαρό και αμόλυντο σπιτάκι του Φριτς και της Γκρέτα, κάπου στις Αλπεις, διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Ολα ξεκίνησαν από το λάθος της Γκρέτα να επισκεφτεί την πολυεθνική αγορά της πόλης και να αγοράσει κάποιο αλλότριο απορρυπαντικό με μεθυστικό άρωμα, λάθος που έδωσε στους βάρβαρους αφορμή για μια νέα κάθοδο. Ο Γιόσιπ, Βαλκάνιος και Καρπάθιος και Τρανσυλβανός μαζί, ξένος δηλαδή εις τον κύβο, φτάνει μέχρι το σπίτι της Γκρέτα και την πολιορκεί ερωτικά, την ξεμυαλίζει και την αποπλανά. Μάταια αγωνίζεται ο Φριτς να αντιμετωπίσει τον εκμαυλισμό της συζύγου του: ο Γιόσιπ έρχεται και ξανάρχεται, σαν καρτούν πέφτει και ξανασηκώνεται, εξοντώνεται (με όλους τους πιθανούς τρόπους) και πολλαπλασιάζεται, καθώς το αίμα του μολύνει την άσπιλη λευκότητα του οίκου των Αλπεων. Στο τέλος ο φόνος δεν γίνεται πια για την περιφρούρηση της τιμής, αλλά για τη χαρά του φόνου.

Στο έργο του Γάλλου συγγραφέα Ρεμί ντε Βος η αγία οικογένεια της Κεντρικής Ευρώπης, με την αψεγάδιαστη εθνική συνείδηση και ηθική, τοποθετείται στη μέση του κάδρου. Πιο πίσω όμως, στο φόντο, εμφανίζεται για μία ακόμη φορά το φάντασμα του πρετ-α-πορτέ ευρωπαϊκού φασισμού. Η Μεξικανή στην καταγωγή και Γαλλίδα στην υπηκοότητα σκηνοθέτιδα Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, μέτοικος του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια, μπορεί να αισθανθεί την κριτική του Ρεμί ντε Βος στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μπορεί μαζί, σαν εξωτερικός παρατηρητής, να την εικονογραφήσει σε σχέση με τους δικούς μας φόβους, με τα δικά μας εθνικά σύνδρομα καθαρότητας.

Το σημείο στο οποίο επιμένει η Γκονζάλες είναι πως αυτό που φέρνει κοντά τον ξένο Οδυσσέα με την ντόπια Πηνελόπη, βρίσκεται στην ερωτική έλξη τους, στην ανομολόγητη επιθυμία των Αλπεων να νιώσουν την άγρια ελευθερία των Καρπαθίων. Αυτός είναι ο μοχλός ανατροπής στο έργο – αυτό, μαζί βέβαια με τη ριπή της ποίησης που μεταφέρει η ερωτική εξομολόγηση του Γιόσιπ. Ανάμεσα στα ξύλινα λόγια εθνικιστικού παραληρήματος του Φριτς, ο ξένος μοιάζει πράγματι να αφήνει στο κατώφλι του κουκλόσπιτου και στα πόδια της Γκρέτα ένα άνθος του λόγου. Η ερωτική έκφραση θυμίζει Λακλό στη χρήση της σαν πολιορκητικού κριού και εργαλείου διακόρευσης. Η ρητορική της αποπλάνησης ωστόσο μοιάζει ειλικρινής στο στόμα του αλλόγλωσσου ξένου. Μετασχηματίζεται σε ρητορική του σώματος.

Η παράσταση μοιάζει με παιχνίδι γύρω από τα όρια του γκροτέσκο, που στο τέλος αποκτά τον χαρακτήρα χιονοστιβάδας. Κάποια στιγμή βέβαια το θέμα χάνεται στην καρτουνίστικη υπερβολή και τη φάρσα. Σαν διαπραγμάτευση όμως του θέματος της μετανάστευσης κρύβει κάτω από τη μάσκα του εξπρεσιονισμού ευαισθησία, κριτική ματιά και, όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο, σκόπιμη βία.

Η Γκονζάλες κεντά πάνω στον καμβά του έργου μια μεγάλη γραμμή θεάτρου, από το βοντβίλ στο κουκλοθέατρο και το γκραν-γκινιόλ. Η Αγγελική Δημητρακοπούλου αποδίδει την Γκρέτα με κέντρο την υστερική αναστολή της επιθυμίας, δεν στερεί όμως από τον ρόλο τη συμπάθεια. Ο Δημήτρης Λιόλιος δίνει στον ρόλο του Φριτς έναν γελοίο και επικίνδυνο οικογενειάρχη, μανιακό με την καθαρότητα ειδών και φυλών. Η εμφάνιση όμως του Νέστορα Κοψιδά είναι μία από τις σημαντικότερες της περιόδου. Ο «βρώμικος» Γιόσιπ του, ο άπατρις σε πολλαπλά είδωλα, είναι ο ποιητής των πόθων της Ευρώπης για επιστροφή στη ρίζα του αέναου ταξιδιού. *

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 07/02/2009