Γιάννης Μαυριτσάκης «Wolfgang» στο Εθνικό Θέατρο – σκηνοθεσία Κατερίνα Ευαγγελάτου

Ιδιοκτησιακή σχιζοφρένεια του άντρα προς τη γυναίκα – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Μαυριτσάκης Wolfgang, σκην.: Κατερίνα Ευαγγελάτου, Θέατρο: Εθνικό

Είδα ένα αρκετά καλό δείγμα εργασίας από το νεανικό δίδυμο Γιάννης Μαυριτσάκης στη συγγραφή και Κατερίνα Ευαγγελάτου στη σκηνοθεσία, το οποίο χαρίζει στο Εθνικό μια δικαιωμένη επιλογή.

Ο Αυστριακός Wolfgang που έδωσε πριν από λίγα χρόνια την αφορμή του νεοελληνικού μας έργου είχε απαγάγει σε πολύ τρυφερή ηλικία και φυλακίσει σ’ ένα παρανοϊκό ερωτικό ντελίριο ένα μικρό κορίτσι.

Παρακολουθώντας την κεντρική ιστορία, που θυμίζει την πρόσφατη δική μας Ελένη απ’ το Κωσταλέξι, ο Μαυριτσάκης προχώρησε με ψυχολογικές παρατηρήσεις βάθους αλλά και θεατρική δύναμη μικρών καταιγιστικών σκηνών στην κατάκτηση ενός έργου που ξετυλίγει πολλούς προβληματισμούς γύρω απ’ το άλογο ερωτικό πάθος, συνάμα ιχνογραφώντας με πειστικότητα και δραματικότητα τους ρόλους του θύτη και του θύματος, περίεργα ενωμένους με μια ετερόφωνη αλλά ισόκυρη κραυγή ανθρώπινης αγωνίας.

  • Η παράσταση

Η «ζώνη αγνότητας» που επιβάλλει ο θύτης στο θύμα του δεν συνιστά παρά την ακραία μορφή του ανδροκρατικού προτύπου, το οποίο εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τουλάχιστον τις δυτικές κοινωνίες μας. Αυτή είναι νομίζω η βαθύτερη καταγγελία του συγγραφέα, όσο κι αν εξωτερικά τη διαποικίλλει με τα επιτυχή παρανοϊκά ψεύδη και τεχνάσματα που εφευρίσκει ο θύτης ακριβώς για να μην απαντά στις καίριες διερωτήσεις του σταδιακά ενηλικιωνόμενου και άρα επαναστατούντος θηράματός του. Ο τρόμος όμως του άρρενος μη προδοθεί, τρόμος που εκφέρεται με λυσσαλέα προς το έτερο ήμισυ αλλά και με αυτοκαταστροφική βία, συνοδεύεται και από μια ιδιότυπη νοσηρότητα που εκφράζει και το ίδιο το θύμα, καθώς σ’ ένα βαθμό, και μάλιστα ομολογημένο, η έγκλειστη Φαμπιέν θεωρεί ως προστάτη τον ηθικά βιαστή της για να επαληθευθεί η άποψη ότι τα θύματα έχουν πάντα μια σχέση υπόρρητης εξάρτησης απ’ τους δημίους τους. Η ομολογία αυτή λαμβάνει χώρα στο τέλος του έργου, οπότε εκείνος αυτοκτονεί κι εκείνη, ελεύθερη πια, συνοψίζει την όλη συνθήκη.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου διάβασε το έργο κατά μέτωπο, με τόλμη και σε όρους υψηλής θερμοκρασίας. Το προίκισε, θα’ λεγε κανείς, μ’ έναν αρχικά μπεκετικό περίγυρο, αλλά και με εφιαλτικούς αιφνιδιασμούς και οιμωγές που ακύρωναν το μπεκετικό τοπίο και του έδιναν πρόσημο «σκληρού» θεάτρου. Η εναλλαγή ατμοσφαιρών, επιδοτημένη και από τους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, κράτησε τον θεατή σε διαρκή κατάσταση εγρήγορσης. Την «μπεκετική» απαρχή αλλά και τις ανάλγητες ανατροπές της εξασφάλισε ένα ποιητικά δαιμονιακό σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, στο οποίο παντρεύονταν, μέσα απ’ τα κινούμενα ριντό, τα πρόσωπα του «ελεύθερου αέρα» με τα λασπόνερα της υπόγειας χωμάτινης ειρκτής. Οι συμβολισμοί με τα ψαλίδια των θάμνων στην αρχή του έργου κράτησαν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

Οι πανομοιότυπες σειρήνες που έστιξαν ενδιαμέσως τις πολλές σκηνές δήλωσαν μουσική ένδεια και κατέστησαν αδιάφορες για τον θεατή (Σταύρος Γασπαράτος).

Η Λουκία Μιχαλοπούλου, επισημανθείσα θριαμβευτικά στο περσινό μονόπρακτο της Μάρως Δούκα κατά σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη, απέδειξε πως η στόφα της δεν είναι διόλου τυχαία. Δόνησε τον θεατή με τις ποικίλες φάσεις του εγκλεισμού της, υποδύθηκε έξοχα τις εκρήξεις της Φαμπιέν, μετέτρεψε το ταπεινωμένο γυμνό κορμί της σε υπαρξιακό αίτημα σκλαβωμένης ψυχής. Παιδί του θεάτρου γνήσιο και νομίζω ακριβό, εύχομαι η Μιχαλοπούλου να κρατηθεί μακριά από τις γνωστές Κίρκες. Μακάρι να την βοηθήσουν σ’ αυτό ετούτοι οι ειλικρινείς έπαινοι. Ο Βασίλης Ανδρέου έπαιξε «σπασμωδικά», κατά τις οδηγίες, τον σαλεμένο Βόλφγκανγκ, με στιγμές πειστικές στην αγριότητά τους και άλλες όμως άνισες, λίγο «κούφιες». Στο ίδιο πρόσημο οδηγίας, ως «πνευματικός» συγγενής του, έπαιξε τον φίλο του ο Νικόλας Αγγελής. Φάντασμα του μισογύνη πατέρα και του κερβέρειου κοσμηματοπώλη ο Μάνος Βακούσης, αφοπλιστική εκπροσώπηση του Κακού. Η μητέρα του θύτη Μαρία Ζορμπά λειτούργησε σ’ ένα θετικό ονειρικό επίπεδο, ενώ ο πατέρας της Φαμπιέν Σωτήρης Τσακομίδης αντιπροσώπευσε μια λαϊκή φιγούρα χωρίς ιδιαίτερο κύρος. Η περαστική γυναίκα υπηρετήθηκε πολύ εύστοχα ως σεξιστική «περίσταση» του θύτη, από τη Σεραφίτα Γρηγοριάδου.

Δεν είναι κακή ιδέα τα πειραματιζόμενα έντυπα προγράμματα. Το συγκεκριμένο όμως, μαύρα στοιχεία πάνω σε βαθύ πρασινόμαυρο φόντο, μάλλον απαιτούσε σύστημα… Μπράιγ.

Σημαντική δουλειά σοβαρών νέων καλλιτεχνών.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: