Μπερνάρ–Μαρί Κολτές «Ρομπέρτο Τσούκο». Εθνικό Θέατρο

Δεκαπέντε σύντομες βιωματικο–σωματικές ιστορίες

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Μπερνάρ–Μαρί Κολτές «Ρομπέρτο Τσούκο». Σκην.: Εφη Θεοδώρου. Εθνικό Θέατρο

«Η ιστορία του Ρομπέρτο Τσούκο αναμειγνύει τα βίαια στοιχεία όπως αυτά υπάρχουν στις ταινίες του Ταραντίνο, την αισθητική και τον εξπρεσιονισμό των films noir και τις τραγικές πλοκές του Αμλετ και των αρχαίων μύθων του Οιδίποδα και του Ικαρου». Μεγαλόστομες μπούρδες; Οχι ακριβώς. Υπερφίαλη μεν η περιγραφή, αλλά δίνει και κάποια εντύπωση, από την άλλη, από ένα αρκετά βαρύγδουπο κείμενο. Το παραπάνω –«σοβαρό»– απόσπασμα είναι από μια αμερικανική, περισπούδαστη underground κριτική για το τελευταίο έργο που έγραψε ο Μπερνάρ–Μαρί Κολτές πριν από τον θάνατό του –από έιτζ– το 1989. Το «Ρομπέρτο Τσούκο» αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός πανέμορφου νεαρού Ιταλού, ο οποίος δίχως εμφανείς λόγους σκότωσε τον πατέρα, τη μάνα του και συνέχισε και μ’ άλλα αποτρόπαια εγκλήματα και βιασμούς εξωθημένος –λέει ο Κολτές– από μια κοινωνία η οποία ταυτόχρονα τον καταδίκαζε και τον ηρωοποιούσε. Ο Ρ. Τσούκο (3 Απριλίου 1962 – 23 Μαΐου 1988) «έδρασε» σ’ όλη την Ευρώπη το 1987 και το 1988.

«Hταν ένας άνθρωπος που σκότωνε δίχως κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, ήταν για μένα ένας αληθινός ήρωας» είχε πει ο Κολτές. Η πορεία του ήρωά του υπήρξε –πάντα κατά τον συγγραφέα– σημαδεμένη από μια «απίστευτη καθαρότητα», από τη στιγμή που δεν γνώριζε «ιδιοτέλεια, και βρώμικα κίνητρα». Ενας άνθρωπος ο οποίος ένιωθε απόλυτα ελεύθερος να σπάει, να σκοτώνει και να καίει, έτσι για το τίποτα. Από θυμό και μόνο για έναν κόσμο ο οποίος μετράει τα πάντα με το χρήμα και το προσωπικό συμφέρον. Αυτά τα τελευταία και ειδικά γι’ εμάς που βρισκόμαστε στο εδώ και το τώρα, τα παραπάνω μας θυμίζουν πολλά από το πρόσφατο παρελθόν. Επομένως το έργο είναι απόλυτα σύγχρονο – λένε.

Πάντως, για τους συμπατριώτες του Κολτές, τους Γάλλους, ξυπνούν εμπειρίες οι οποίες αποκτήθηκαν από τους ντόπιους «καταραμένους», από τη μυθολογία του Ντε Σαντ, του Ρεμπώ μέχρι και τον Ζενέ. Τώρα όσον αφορά τον Αμλετ, τον Ικαρο και τον Οιδίποδα, αυτούς δεν μπορώ να φανταστώ πού και πώς τους ανακάλυψε ο Αμερικανός κριτικός, που λέγαμε στην αρχή. Η αλήθεια είναι πως με την «καταραμένη» θεματολογία του και με μια ανατρεπτική γλώσσα, η οποία τραμπαλίζεται διαρκώς ανάμεσα στην πικρή ειρωνεία και στην καγχαστική ποίηση, ο Κολτές έγινε αυτό που ονομάζουμε μορφή του «καλτ», δηλαδή εκπρόσωπος ενός ιδιότυπου καλλιτεχνικού περιθωρίου.

Προσωπικά ο Κολτές δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στους αγαπημένους μου θεατρικούς συγγραφείς. Αναγνώριζα την ικανότητά του σε μια «λοξή» ποίηση, αλλά τον θεωρούσα επιτηδευμένο και αντιμετώπιζα πάντα με καχυποψία την εκκεντρικότητά του. Μου άρεσε μεν ο τρόπος που συμπύκνωνε τις σκηνές του –στο «Τσούκο» υπάρχουν 15 σύντομες σκηνές, όπου εξιστορούνται πολύ συγκεκριμένες βιωματικο-σωματικές καταστάσεις– αλλά ταυτόχρονα και βαριόμουνα τα έργα του, που τα θεωρούσα φλύαρα. Διαφωνούσα και εξακολουθώ να διαφωνώ πως «η μόνη ηθική που μας απομένει είναι η ηθική της ομορφιάς», αδυνατώντας να καταλάβω γενικότερα την έννοια της λέξης «ηθική». Τέλος πάντων. Δεν ήμουνα, λοιπόν, ποτέ θαυμαστής του.

  • Η παράσταση

Η μεταμοντέρνα –επειδή μετα–μινιμαλιστική– παράσταση του «Ρομπέρτο Τσούκο» που εγκαινίασε τώρα τη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο Εθνικό Θέατρο ήταν τόσο αποστραγγισμένη από συναισθήματα και οποιουδήποτε είδους «ηθική», ώστε τελικά να καταλήξει περίπου αδιάφορη. Ούτε κρέας ούτε ψάρι, δηλαδή. Ο συνήθως πρώτης τάξης νέος ηθοποιός Γιάννος Περλέγκας, που ξέρει να μεταμορφώνεται, εδώ στον επώνυμο ρόλο μου φάνηκε αρκετά αμήχανος και δίχως τα ψήγματα –έστω– του υποδόριου χιούμορ που υπάρχει στο κείμενο του ρόλου του. Αυτό το στοιχείο της σοβαρότητας που κατέληγε σε μια ζοφερή σοβαροφάνεια έπληξε λίγο πολύ όλους τους ηθοποιούς, οι οποίοι κατέφευγαν σε ένα είδος υπόκωφου στόμφου για να βρούνε κάποια δικαίωση στους ρόλους τους. Η μεγαλύτερη αρετή της παράστασης ήταν η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, ακριβώς επειδή δεν σεβάστηκε τον λόγο αλλά το πνεύμα ενός δυσκολο-μετάφραστου κειμένου. Μια παράσταση που στοχεύει στη διανόηση του θεατή. Ομως, προσωπικά βαρέθηκα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: