Η “Φαίδρα” του Ρακίνα στην Επίδαυρο, και μια παράσταση των Μαρτάλερ – Φίμπροκ στον “Ελληνικό κόσμο”
Σεπτεμβρίου 1, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
- Λέανδρος Πολενάκης
- Η Αυγή: 30/08/2009
Το “Ρίζενμπουτσμαχ – μια μόνιμη αποικία” της γνωστής μας από πέρυσι γερμανικής ομάδας, των Κριστόφ Μαρτάλερ – Άννας Φίμπροκ που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Ελληνικός Κόσμος, έχει ως θέμα του τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων με την “οικονομία” του ανθρώπου στα όρια της απελπισίας και της καταστροφής και το ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο μεταξύ μνήμης και λήθης των πιο πρόσφατων “παθών” του. Το έργο, μοιρασμένο σε αλλεπάλληλες εικόνες, χωρίς κεντρικό δραματικό άξονα, με δεσπόζουσα τη μουσική, χρησιμοποιεί την τεχνική του αποδεικτικού σωρείτη, επιδιώκοντας μια κάθαρση μέσω της (τελετουργικής) επανάληψης. Μόνιμο πρόβλημα της ομάδας Μαρτάλερ – Φήμπροκ είναι και εδώ το ότι λέει πολλά και “πνίγει” στο τέλος την ουσία σε λεπτομέρειες. Η παράσταση πάντως που ενσωματώνει ρυθμούς ιαπωνικού “μπούτο”, είναι αυτή καθαυτή ενδιαφέρουσα, πέραν του κειμένου, παρά τις υπερβολές της, με κατακτημένα μέσα, δικό της αναγνωρίσιμο ύφος και άρτιες σωματικές υποκριτικές, των Μαρκ Μποντνάρ, Ραφαέλ Κλάμερ, Μπέντιξ Ντέθλεφσεν, Σίλβια Φεντζ και άλλων.

Αντίθετα με τους Άγγλους και Ισπανούς κλασικούς της αναγέννησης, που τήρησαν μια ελεύθερη, ανεξάρτητη στάση στοχαστικής προσαρμογής απέναντι στους υποτιθέμενους κανόνες της “ποιητικής”, του Οράτιου και του Αριστοτέλη, πειραματιζόμενοι μέχρι να διαμορφώσουν μια νέα φόρμα, δημιουργώντας ένα θέατρο αυθόρμητα τραγικό και αυθεντικά λαϊκό, οι Γάλλοι ομότεχνοί τους ακολούθησαν έναν άλλο δρόμο. Μιμήθηκαν πιστά, σχεδόν δουλικά, την αρχαιοελληνική φόρμα, με όλους τους απαράβατους “κανόνες”, όπως τους καταλάβαινε η εποχή τους. Έθεσαν έτσι το θέατρο στην υπηρεσία των κανόνων και όχι το αντίστροφο. Είδα a priori τραγική την πράξη, ενώ τραγική πρέπει να είναι η μίμηση, και όλα τα άλλα να έπονται. Έδωσαν ακόμη στην έννοια της αριστοτελικής κάθαρσης ένα περιεχόμενο λιγότερο ή περισσότερο υπερβατικό, κάτι που δεν θεωρείται σήμερα διόλου βέβαιο ότι διαθέτει. Πράγματα που οδήγησαν εντέλει σε ένα διανοούμενο θέατρο, κλειστό, αριστοκρατικό, για λίγους, “μυημένους” και “εκλεκτούς”.
Η περίπτωση του Γάλλου Ρακίνα είναι χαρακτηριστική επειδή, ποτισμένος επιπλέον, από τον μυστικισμό της σχολής του “Πορ Ρουαγιάλ” (ένα προπύργιο των φανατικών “Γιανσενιστών”, μιας σέκτας θρησκευτικής που πίστευε απόλυτα στην παντοδυναμία της πρόνοιας του Θεού και δεν αναγνώριζε στον άνθρωπο απολύτως καμία δυνατότητα προαίρεσης ή ελεύθερης βούλησης), επιχειρεί να αποδείξει στις τραγωδίες του, γραμμένες σε άψογους, λαμπερούς, φλεγόμενους, αλεξανδρινούς στίχους, τις πιο πάνω γιανσενιστικές “αρχές”. Οι ήρωες του Ρακίνα υποκύπτουν στον άνωθεν επιβεβλημένο προορισμό τους από τη μοίρα… να αμαρτήσουν, αμαρτάνουν, τιμωρούνται, τέλος! Είναι βέβαια περιττό να τονίσουμε ότι τραγωδία χωρίς ελεύθερη βούληση ή προαίρεση του ήρωα δεν γίνεται! Είναι κάτι σαν… σκορδαλιά χωρίς σκόρδο, για να παραφράσουμε τον Ροϊδη. Απομένει μια ποίηση του κειμένου, μάλλον ακαδημαϊκή και μεγαλόστομη, που έχει τους ρυθμούς της (η αγγελική ρήση π.χ. εθεωρείτο άλλοτε “διαμάντι” περιγραφής) αλλά σήμερα δεν μας αφορά.
Η “Φαίδρα” του Ρακίνα ως δράμα έχει πλέον μόνο ιστορική, για να μην πω μουσειακή αξία. Ένας παρελθοντικός, αργός, φιλόσοφος δεινόσαυρος, που εντελώς βαριεστημένα σέρνει τους κουδουνιστούς ομοιοκατάληκτους δωδεκασύλλαβους της υποδειγματικής ουράς του. Και είναι σε κάθε περίπτωση έργο ασύμβατο με την αγγλική, σαιξπηρική σχολή υποκριτικής, ακονισμένη επάνω ση νευρώδη, πάντα νεανική, καθημερινή ποιητική γλώσσα του αξεπέραστου βάρδου, στην οποία η θαυμάσια, ελεύθερη, σαιξπηρίζουσα μετάφραση – απόδοση του κειμένου από τον σπουδαίο σύγχρονο Άγγλο ποιητή Τεντ Χιούζ να την ελευθερώσει από το αδρανές υλικό (μπάζα) των νεκρών ιδεών που κουβαλά. Ούτε η βαριά μπαρόκ ποίησή του “βγήκε, ούτε και η ούτως ή άλλως υποτονική δράση.
Το Εθνικό Θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας υπέβαλε στην Επίδαυρο το έργο του Ρακίνα σε μια ύστατη, απελπισμένη θεραπεία – σοκ με άφθονη δόση καθημερινού και οικείου, κοντινού μας, άστομφου Σαίξπηρ, όπως μόνο οι Άγγλοι ξέρουν να τον παίζουν, σε απλή σκηνοθεσία του Νίκολας Χίτνερ, μήπως και το έργο συνέλθει απ’ το βαθύ του κώμα. Μάταιη προσπάθεια, εξ ορισμού καταδικασμένη. Το αντιγηραντικό φάρμακο δεν έπιασε κι ο οργανισμός του ασθενούς δεν αντέδρασε. Με μόνο ουσιαστικό κέρδος, ότι τουλάχιστον ήρθαμε σε επαφή με μια μεγάλη όντως σχολή που τουλάχιστον σέβεται το κοινό της με τεχνικές που “κόβουν την τρίχα” και με μια σπάνια, μοναδική εκφορά του λόγου. Ότι απολαύσαμε τη χαρισματική Helen Miren σ’ έναν έστω αδιάφορο κατά τα άλλα ρόλο, μαζί με άλλους καλούς ηθοποιούς (Ντομινίκ Κούπερ, Μάργκαρετ Τίζακ κ.λπ.). Η ωραία μουσική ήταν του Άνταμ Κορκ, και οι ενδιαφέροντες φωτισμοί του Πολ Κόνσταμπλ.
***



Πρόσφατα σχόλια