Βέντεκιντ “Το Ξύπνημα της Άνοιξης” σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη
Φεβρουαρίου 16, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
- Το «Ξύπνημα της άνοιξης» είναι το δεύτερο θεατρικό έργο του Βέντεκιντ
Δύο κόσμοι ασύμβατοι
O ίδιος ομολογεί πως το ξεκίνησε χωρίς σχέδιο, το άφησε να κυλήσει χρησιμοποιώντας μια χαλαρή σύνδεση των σκηνών και το γέμισε με τις διαθέσιμες ύλες που του παρέδιδε η μνήμη του και το θυμικό του. Η μαστοριά του δεν είναι πρωτόγονη. Στηρίζεται καλά στις δοκιμασμένες φόρμες των προκατόχων του και στα λαϊκά «βιεννέζικα έργα» της μόδας. Η γερμανική παράδοση δεν ξέκοψε ποτέ από τις λαϊκές φόρμες θεάτρου του Μεσαίωνα, από την αφηγηματική, παρατακτική, τη συσσωρευτική θα λέγαμε, μέθοδο ιστορήσεως των συμβάντων.
Τα μυστήρια και οι ηθολογίες, αλλά και η γοτθική γλυπτική ακολούθησαν με δροσιά αυτή την τεχνική τού πολύπτυχου. Οι Γερμανοί από ένστικτο ή από υπόγεια ρεύματα δέχτηκαν σωστά το μεγάλο μάθημα του Σαίξπηρ: μικρές σκηνές, εναλλάξιμοι τόνοι και χρόνοι, υποτυπώδης σκηνική διακόσμηση. Η τεχνική αυτή θυμίζει τη φόρμα της μπαλάντας, της καντάτας μετά τον Μπαχ και το μουσικό δράμα του Βάγκνερ. Ο Βέντεκιντ λοιπόν αυτοσχεδίαζε το «Ξύπνημα της άνοιξης» μέσα σε δοκιμασμένες ενδιάθετες διαδικασίες. Θα θέλαμε εδώ να τονίσουμε και κάτι που συνήθως μας διαφεύγει. Την επίδραση της τρέχουσας τεχνικής πάνω στην τεχνική του θεάτρου. Η αρχή του εξπρεσιονισμού στο θέατρο συμπίπτει με τον ηλεκτρικό λαμπτήρα. Αυτό το νέο εργαλείο, μπαίνοντας στο θέατρο, το υποχρέωσε να υποβάλει τις προτάσεις του πάνω στις δυνατότητες των φωτοσκιάσεων. Με τούτο το παράξενο επακόλουθο: ο ηλεκτρισμός βοήθησε τη σκηνοθεσία ν΄ ανακαλύψει το σκοτάδι…
Το θέμα του Βέντεκιντ είναι απλούστατο: η εφηβεία σε σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής, την οικογένεια, τη θρησκεία, το σχολείο, τις σωφρονιστικές μεθόδους. Η ουσία του εξπρεσιονιστικού του βλέμματος τον οδηγεί στις απαραίτητες διογκώσεις που φτάνουν ώς τον μελοδραματισμό· ο τελευταίος όμως παραμένει στο σκοτάδι αφοπλισμένος από το στακάτο της μορφής. Η εναλλαγή των γεγονότων μάς εμποδίζει να σταθμεύσουμε στις σχηματοποιήσεις των λύσεων. Ο Βέντεκιντ είναι ένας απελπισμένος που θέτει προβλήματα τραγικά, όπως ο Μότσαρτ όμως πνίγει την κραυγή του κάτω από την μπαρόκ τεχνική του τηρουμένων των εποχικών αναλογιών. Υπάρχουν μολαταύτα σκηνές που ο σαρκασμός του και η τραγική του διάσταση προδίδονται και αναδύονται από τα βάθη. Η σκηνή τού νεκροταφείου και η τελευταία σκηνή, η πρώτη με τη γύμνια της τη λεκτική και η άλλη με το μεταφυσικό της φορτίο, διαβρώνουν αναδρομικά ολόκληρο το θεατρικό του κατασκεύασμα.
Το πρόβλημα δεν είναι αν η θεματική του Βέντεκιντ έχει ή δεν έχει σήμερα αντίκρυσμα, αν αντέχει ή δεν αντέχει. Ο αφελής θεατής θα μείνει στα καθέκαστα, στα γεγονότα.
Θα τα αντιμετωπίσει μέσα στην ιστορική τους προοπτική και ίσως επαινέσει την τόλμη του Βέντεκιντ. Ο οξυδερκής θεατής δεν θα γελαστεί από την επιφάνεια. Η τόλμη του Βέντεκιντ είναι ο τρόπος του και η ποίησή του. Μόνο με αυτά, αν μεταθέσουμε τα γεγονότα στη σφαίρα των σχέσεων που επενδύουν, θα συλλάβουμε τη διαχρονική πάντα παρούσα αγωνία του δημιουργού μπροστά στο ανθρώπινο πρόβλημα».
Αυτά έγραφα τον Δεκέμβριο του 1971, όταν το έργο του Βέντεκιντ είχε πρωτοανέβει στην ελληνική σκηνή πάλι από το Εθνικό Θέατρο με σκηνοθέτη τον αείμνηστο Γιώργο Θεοδοσιάδη και με πλήθος μαθητών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού στη διανομή. Ακόμη στέκομαι με απορία πώς «πέρασε» αυτό το τολμηρό θεματικά έργο από τη λογοκρισία και εν μέσω χούντας ανέβηκε στην κρατική σχολή. Κάποτε θα πρέπει, χωρίς φάλαρα, να μιλήσουμε για την παρουσία του Βασίλη Φράγκου στη διεύθυνση του Εθνικού και στο ρεπερτόριο που υπερασπίστηκε (Χάντκε, Ιονέσκο, Μάτεσις κ.λπ.).
Το έργο ανέβασε αργότερα σε μια άκρως εξπρεσιονιστική εκδοχή ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο Ανοιχτό Θέατρο ύστερα από τις απανωτές εκδοχές των σκηνοθεσιών του της «Λούλου», του αριστουργήματος του Βέντεκιντ. Μου κάνει πάντως εντύπωση που από το πρόγραμμα του Εθνικού φέτος λείπουν οι αναφορές σ΄ αυτές τις παλαιότερες σκηνοθεσίες. Πρώτα πρώτα γιατί η τωρινή σκηνοθεσία τού Νίκου Μαστοράκη δεν έχει να φοβηθεί από τις συγκρίσεις. Ο προσεκτικός στις επιλογές του αυτός καλλιτέχνης τιμά πάντα το κείμενο και όταν προβαίνει σε κάποια σκηνικά σχόλια, γίνεται στο περιθώριο του κειμένου ως κάδρο, χωρίς πάλι να αλλοιώνεται, ούτε ο Νους ούτε τα ήθη, ούτε βέβαια η δομή που έχει προτείνει ο συγγραφέας, έστω κι αν το κείμενο είναι παλιό χρονικά.
Ο Μαστοράκης είχε στη διάθεσή του μια στέρεη μετάφραση του Γ. Δεπάστα, μείγμα του ιδιότυπου τρόπου γραφής τού Βέντεκιντ, ωμό στυλ και ποιητικός ρεαλισμός με φανερά τα σημάδια τού, μοντέρνου τότε, συμβολισμού (το έργο γράφτηκε το 1891, αλλά παίζεται πρώτη φορά το 1906 σε σκηνοθεσία του μεγάλου Ράινχαρτ). Η Εύα Μανιδάκη, που δημιούργησε εκτός από τα κοστούμια και τον σκηνικό χώρο, υλοποίησε την ιδέα του σκηνοθέτη ο χώρος να είναι ένας ουδέτερος, άχρονος τόπος αλλά αναγνωρίσιμου χάους, ανάλογου και με τις συγκεχυμένες ηθικές των κατεστημένων συστημάτων ζωής, αλλά και της συναισθηματικής θολούρας των διαχρονικών εφήβων. Εξάλλου η μουσική που επέλεξε ο Μαστοράκης (σύγχρονη «δραματική» – κραυγή και απελπισία) έδινε το βάθος της διαχρονικής προοπτικής της σκηνοθεσίας.
Tο θέμα του Βέντεκιντ είναι απλούστατο: η εφηβεία σε σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής, την οικογένεια, τη θρησκεία, το σχολείο, τις σωφρονιστικές μεθόδους
- Με τεχνική κουκλοθεάτρου
Ο Βέντεκιντ ζητάει ο κόσμος των αγκυλώσεων, της παράδοσης, της σεμνοτυφίας, του παιδαγωγικού χάρακα και της προτεσταντικής καθηκοντολογίας να παίζεται με τεχνική κουκλοθέατρου, μάσκας και γκροτέσκας αισθητικής. Έτσι οι δύο κόσμοι, της έκθετης και μετέωρης εφηβείας, με τις αναστολές, τις συστολές, τη διαθεσιμότητα και την εκρηκτικότητα των ενστίκτων και των αισθημάτων και ο κόσμος του κομφορμισμού να μοιάζουν και εικαστικά ασύμβατοι και κυριολεκτικά αμοιβαίως αβίωτοι. Εξάλλου (κι εδώ ο Δεπάστας διέπρεψε) η ρητορική των δύο ομάδων, τα σχήματα λόγου (ετοιμοπαράδοτα και κλισέ από τη μια και αυτοσχέδια και φορτισμένα από την άλλη), τα στερεότυπα εκατέρωθεν έγιναν σκηνικό αγώνισμα και στρατηγική επιθετικότητας.
- Ξεχωρίζουν σαφώς οι εμπειρότεροι
Ο Μαστοράκης επέλεξε έναν νεανικό θίασο και τον κατηύθυνε με σταθερό χέρι να παίξει και με τα δύο στυλ υποκριτικής. Και πέτυχε χωρίς να καταφύγει σε βίαιες μεταμορφώσεις στρεβλώνοντας τη φρεσκάδα των νέων ηθοποιών. Τους άφησε να παίξουν με το έμφυτο αυτοσχεδιαστικό τους ταλέντο και όταν έφτασαν σε δόκιμα σχήματα, τα «πάγωσε». Οι εμπειρότεροι σαφώς ξεχωρίζουν, αλλά έχουν επωμιστεί και τους σημαντικότερους ρόλους. Η Ιωάννα Παππά έχει πλέον φτάσει σε μια υποκριτική λιτότητα, όπου δεν μιμείται τον εαυτό της και τις ευκολίες της. Τα περάσματά της από τη μια κατάσταση στην άλλη είναι μικρές αλλά συνταρακτικές κατακτήσεις τεχνικής και σκηνικής φαντασίας. Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος στον πλέον σύνθετο ρόλο (Μόριτζ) στερεώνει την άποψη που είχαμε σχηματίσει ότι είναι ένα πλούσιο ορυχείο με σπάνιο μετάλλευμα εσωτερικής και εξωτερικής τεχνικής. Ο Όμηρος Πουλάκης (που αντικατέστησε τον τραγικό Παπαχρόνη) κατορθώνει να ισορροπεί στα επικίνδυνα περάσματα που έχει ο ρόλος του (Μέλχιορ).
Από τους υπόλοιπους ρόλους θα ήθελα να αναφερθώ στην ευοίωνη μετρημένη καρικατούρα της Άλκηστης Πουλοπούλου (Ίλζε). Στη στέρεη Αννίτα Κούλη, στον ώριμο και λιτό τρόπο που ο Κουτρουβιδέας έπαιξε τον άκρως επικίνδυνο υφολογικά ρόλο του Άνδρα με τη Μάσκα, τους λιτούς Μ. Σωτηριάδη και Θάνο Τοκάκη και τις μετρημένες καρικατούρες τής Ναταλίας Ζάγκα και της Γαλήνης Χατζηπασχάλη.
-
ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Πρόσφατα σχόλια