Στο θέατρο “Πορεία”, “Το κτήνος στο φεγγάρι” του Αμερικανού Ρίτσαρντ Καλινόσκι
Μαΐου 30, 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
- Έρημοι τόποι
- Πολενάκης Λέανδρος
- Η ΑΥΓΗ: 30/05/2010
“ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” ΤΟΥ ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΚΑΛΙΝΟΣΚΙ (RICHARD KALINOSKI) / ΘΕΑΤΡΟ “ΠΟΡΕΙΑ” / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΤΑΜΙΛΑ ΚΟΥΛΙΕΒΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΛΟΟΥΣτο θέατρο “Πορεία” επαναλαμβάνεται φέτος μια παλιότερη επιτυχία του, της χρονιάς 1999-2010, Το κτήνος στο φεγγάρι, του Αμερικανού Ρίτσαρντ Καλινόσκι. Είχα τότε καταθέσει την άποψή μου, γράφοντας, ανάμεσα σε άλλα, ότι το έργο, βαθύτατα θεατρικό και βαθύτατα ανθρώπινο, έχει ως τυπικό θέμα του τη γενοκτονία των Αρμενίων, δεν ασχολείται όμως διόλου με τη διάσωση μαρτυριών ή με τη συλλογή τεκμηρίων. Δεν “κάνει ιστορία”, αλλά ανοίγεται, αντίθετα, στο μέσο ρίγος που νιώθουμε όσες φορές αγγίζουμε τις ιστορίες των ανωνύμων ανθρώπων που συντρίφτηκαν κάτω από τα κολοσσιαία ιστορικά συμβάντα. Μας αφορά όλους με αυτόν τον τρόπο, ανεξαρτήτως εθνικότητας, θρησκείας, κουλτούρας ή φυλής. Αρμένιους, Τούρκους, Έλληνες. Ακόμη, μιλά με άπειρη τρυφερότητα για την ανυπεράσπιστη γυναίκα, που το μερίδιο των βασάνων της είναι συνήθως διπλό σε μέρες χαλεπές και δυσοίωνα χρόνια. Είναι καλό να αναβιώνουν τέτοια έργα, σε καιρούς όπου δοκιμάζεται η ανθρωπιά μας.
Ό,τι έγραφα για την παράσταση το υπογράφω και σήμερα, με την επισήμανση ότι έχει ωριμάσει και μεστώσει στο διάστημα που πέρασε. Συγχρόνως όμως έγινε περισσότερο εγκεφαλική, λιγότερο αυθόρμητη από την πρώτη εκδοχή της. Η σκηνοθεσία του Λιβαθηνού δεν αρκείται στην ηθογράφηση χαρακτήρων και γεγονότων, αλλά πηγαίνει πιο πέρα… Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μανωλοπούλου με ουσία, η μουσική του Χάιγκ Γιατζγιάν διαθέτει πυρήνα, η μετάφραση του Τάρλοου έχει σχέση αγάπης με το κείμενο, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου δίνουν στις εικόνες βάθος.
Για τους ηθοποιούς έγραφα, και μπορώ να το επαναλάβω: “…η Ταμίλα Κουλίεβα δεν υποδύεται μόνο το μικρό κορίτσι που ‘βιάστηκε’ να γίνει γυναίκα ή τη γυναίκα που έμεινε χωρίς δικό της χρόνο – παιδί. Οι μεταμορφώσεις της έχουν ως άξονα την ίδια την άχρονη ηλικία του ανθρώπου… Ο Δημήτρης Τάρλοου κρατά την ουσία και απορρίπτει κάθε περιττό στοιχείο”. Σήμερα ο Γιώργος Μπινιάρης, που αντικατέστησε τον πρόωρα και άδικα χαμένο Γιάννη Κυριακίδη, χειρίζεται αριστοτεχνικά ως ουδέτερη “μάσκα” το προσωπείο του αφηγητή, κρατώντας έξοχα για το τέλος τη ζωντανή αποκάλυψη του αληθινού προσώπου του ρόλου.
*
Ο Ίψεν είναι ένας παλιός καλός μας γνώριμος, παιγμένος ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα στην Ελλάδα, με το “Σπίτι της κούκλας” και τους “Βρυκόλακες” να είναι τα πρώτα ιψενικά δράματα που διδάχτηκαν στον τόπο μας.
Το ελληνικό κοινό υποδέχτηκε από τότε θετικά τον Ίψεν αναγνωρίζοντας την αξία του, ενώ γράφτηκαν από Έλληνες ανθρώπους του πνεύματος (Ξενόπουλος, Βιζυηνός, Παλαμάς) κείμενα θεωρητικά, που μας εντυπωσιάζουν ακόμη με τη διεισδυτικότητα και το βάθος τους. Αντίθετα, με κάποιες πραγματείες, Γερμανών κυρίως, “λογίων” εκείνης της εποχής, όπως ο πολύς Μαξ Νορντάου, που όταν τις διαβάζουμε σήμερα γελάμε. Αρκεί μια απλή παραβολή για να διαπιστώσουμε πόσο μπροστά ήταν η κριτική σκέψη του συκοφαντημένου και αδικημένου ελληνικού δέκατου ένατου αιώνα, σε σχέση με την αντίστοιχη των “εξελιγμένων” ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Για το “Κουκλόσπιτο” του Ίψεν, το πρώτο και μοναδικό ίσως σύγχρονο έργο στο οποίο μια γυναίκα κάνει την επανάστασή της για τον εαυτό της μόνο και όχι για το χατήρι ενός άνδρα, έναν ύμνο για την ελεύθερη γυναίκα, έχω γράψει πολλές φορές τη γνώμη μου και δεν θα επαναλάβω.
Η παράσταση του Κωστή Καπελλώνη στο “Στούντιο Μαυρομιχάλη” (σε επιμελημένη μετάφραση Μπελιέ, σκηνικά – κοστούμια Σαραντόπουλου, μουσική Βασίλη Μπαμπούνη), προσεκτικά σκηνοθετημένη και επιμετρημένη στη μικρή σκηνή, διαθέτει γεωμετρική δομή και άξονα κεντρικό, γύρω από τον οποίο κινούνται τα πρόσωπα του δράματος σαν μικρά γρανάζια που βάζουν σε λειτουργία τον όλο μηχανισμό. Από την άλλη μεριά, όμως, έμεινα με την εντύπωση ότι τα πρόσωπα έπρεπε να έχουν σχεδιαστεί και αποδοθεί με μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας. Να αισθάνονται δηλαδή πιο ελεύθερα και πιο άνετα μέσα στο θεατρικό “ρούχο” τους. Ο Χέλμερ, η Νόρα, ο Ρανκ, είναι πράγματι όλοι μέχρι ενός βαθμού “κούκλες”, νευρόσπαστα και “παίγνια μηχανικά” στα χέρια μιας αόρατης, παντοδύναμης προτεσταντικής κοινωνίας – αράχνης που υφαίνει ολοένα γύρω τους, ως “φοβερά προστασία”, ένα πυκνό και αδιαπέραστο δίχτυ από ανεστραμμένες κατηγορηματικές προσταγές. Τα νευρόσπαστα όμως, με τη Νόρα να σπάζει απροσδόκητα όλα τα νήματα ενός άνωθεν δοσμένου ρόλου, της καλής συζύγου ή της στοργικής μητέρας, υπόκεινται και αυτά, όπως κάθε τι, στον νόμο της απροσδιοριστίας: οι γωνίες ταλάντωσης του εκκρεμούς τους είναι μη προβλέψιμες, χαώδεις. Εδώ, στην παράσταση, αυτό δεν βγήκε, αντίθετα, οι κύριοι ρόλοι τυλίχτηκαν στα ελατήριά τους και κλείστηκαν στα κουτιά τους.
Η Δέσποινα Πόγκα “φόρεσε” τον ρόλο της Νόρας όπως τον διδάχτηκε, ολόσωμο και εφαρμοστό σαν ένα κορσάζ, για να φυλακιστεί μέσα του παίζοντας δεδομένα και προβλέψιμα, χωρίς να λύσει τα κορδόνια, ώστε να κάνει την τελική έξοδό της ανατρεπτική. Ο Λεωνίδας Χρυσομάλλης έδωσε την κρημνώδη πλευρά του Χέλμερ, όχι όμως τις αβυσσαλέες κατολισθήσεις του. Η Μαρία Μακρή σχεδίασε σαν σε χαρτί, με κάρβουνο, ένα σκίτσο ρόλου, μια πρώτη σπουδή, με τα ειδολογικά γνωρίσματα της Λίντε. Ο Αντώνης Ραμπαούνης (Ρανκ) κατέθετε γνήσια, πρωτογενή συγκίνηση στην κατά πρόσωπο συνάντησή του με τον μεγάλο ρόλο. Ο Βασίλης Βλάχος (Κρόγκστατ) πάντρεψε με τρόπο γόνιμο τραγικά και κωμικά στοιχεία, φτιάχνοντας έναν σύνθετο δαίμονα – γελωτοποιό των άνυδρων ψυχικών τοπίων και των ερήμων μας.

Πρόσφατα σχόλια