Το ημερολόγιο ενός απατεώνα του Αλεξάντρ Οστρόφσκι Θέατρο REX – Σκηνή “Μαρίκα Κοτοπούλη”
Μαΐου 5, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
- Ξενιστές και παράσιτοι
- Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
- ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 4 Μαΐου 2009
- Έγραφα το 1990 για την προσφορά του μακαρίτη φίλου Δημήτρη Ποταμίτη να τολμήσει αυτός, ηγέτης ενός μικρού περιφερειακού θεάτρου, να μας γνωρίσει έναν ελλείποντα κρίκο μιας γενναίας και σημαίνουσας σειράς σατιρικών ρωσικών έργων. Επρόκειτο για το έργο «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι, που φώτιζε μια περιοχή από υπέροχα σκίτσα της ρωσικής δραματουργίας του 19ου αιώνα. Έτσι δίπλα στους ήρωες, ή μάλλον αντι-ήρωες του Γκόγκολ (Χλεστακόφ- «Επιθεωρητής»), του Γκριμπογέντοφ (Τσάτσκι- «Συμφορά από εξυπνάδα»), Σούχουβο- Κομπίλιν (Ταρέλκιν- «Ο θάνατος του Ταρέλκιν»), Τουργκένιεφ (Μπελάγεφ- «Ένας μήνας στην εξοχή»), δίπλα στον «Σωσία» και στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, ο Γκλουμώφ του Οστρόφσκι αποτελεί έναν ευρέως φάσματος και αποτελεσματικότητας κυμαινόμενης, καταλύτη. Όλοι αυτοί οι αντι-ήρωες, έγραφα, «εισβάλλουν σ΄ ένα κοινωνικό περιβάλλον και το αναστατώνουν για να εγκαταλείψουν πίσω τους χαίνουσες πληγές, που βρωμάνε και ζέχνουν. Ο ήρωας του Οστρόφσκι είναι ένας κατεργάρης, ένας μικροαπατεώνας, ένας καριερίστας, ένας παλιανθρωπάκος που, έχοντας μελετήσει με οξυδέρκεια τους μηχανισμούς της μεγαλοαστικής κοινωνίας της εποχής του, δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να αναρριχηθεί, να εκμεταλλευτεί και να βολευτεί. Ψεύτης, υποκριτής, πλάνος, εκβιαστής, χαφιές, είναι οι ιδιότητες που κατά καιρούς και επ΄ ευκαιρία ενδύεται για να αποκομίσει οφέλη. Ο Γκλουμώφ, όπως και οι άλλοι καταλύτες που ανέφερα, είναι χαριτωμένα άτομα- πλην ίσως του Ταρέλκινχαρισματικά, ευφραδή, με καλούς τρόπους και δυνάμει αξιόλογα. Υποχρεώνονται όμως να έρθουν σε σύγκρουση με την εποχή τους, είτε αποδεχόμενοι τους νόμους της είτε αντιστεκόμενοι είτε αφομοιωνόμενοι. Σε όλες τις περιπτώσεις, η προσωπικότητά τους δρα ανατρεπτικά και ξεθεμελιώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο προσδιορίζεται. Αλλά στο τέλος βουλιάζει στο τέλμα.
- Ο Οστρόφσκι, ο πιο επαγγελματίας θεατράνθρωπος του καιρού του, είναι μεγάλος μάστορας πριν από τον Τσέχωφ και ένας βαθιά Σλάβος πνευματικός άνθρωπος. Πράγματι, πολύ δύσκολα μεταφυτεύεται σε άλλα εδάφη και δύσκολα ευδοκιμεί. Είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας “Μπιτ”, του ρεαλιστικού τρόπου καταγραφής ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, που απαντάται μόνο στη Ρωσία. Το κλίμα αυτό προσιδιάζει μόνο στη σλαβική ιδιοσυγκρασία και στο θέατρο εκφράζεται από μια γλώσσα που διαθέτει μια φρεσκάδα, μια λαϊκότητα γεμάτη παροιμίες και ιδιόλεκτα».
- Δεν θα είχα σήμερα, περίπου είκοσι χρόνια μετά, λόγους να αλλάξω γνώμη και γι΄ αυτό περίμενα να δω πώς μια νέα προσέγγιση του έργου θα φώτιζε διαυγέστερα τη δραματουργία του Οστρόφσκι. Τα έργα αυτά, όλη η σειρά που προανέφερα, ανήκουν στον ρεαλισμό, αν θέλετε στένεμα του όρου στον κριτικό ρεαλισμό, ό,τι ονόμασε ρεαλισμό η πνευματική πρωτοπορία της Ρωσίας που θεμελίωσε ένα γενναίο οικοδόμημα. Κανείς ατιμωρητί δεν μπορεί να παίζει με το ήθος και το ύφος αυτών των κειμένων, να τα αλλοιώνει και να τα παραποιεί. Κάθε παρέκκλιση από τη φόρμα τους, τη δομή τους και κάθε απόπειρα νόθευσης της ιδεολογίας τους είναι καταδικασμένη να τα παρουσιάσει είτε ως απλές ηθογραφίες είτε ως εξπρεσιονιστικές καρικατούρες.
- Ο Οστρόφσκι θεωρεί την ηθογράφηση ως εργαλείο αποκάλυψης μηχανισμών και όχι ως γραφικό περιγραφικό ντοκουμέντο. Και η γελοιότητα των χαρακτήρων και των τύπων δεν προηγείται των ενεργειών των ηρώων, αλλά παράγεται από αυτές. Ο Λεωνίδας Καρατζάς που στη σκηνή του «Θεάτρου Κοτοπούλη» (RΕΧ)- έδρα, μία από πολλές, του Εθνικού Θεάτρου- μετέφρασε τη ρεαλιστική σάτιρα του Οστρόφσκι, έχει μεγάλη πείρα ανάλογων ρωσικών κειμένων. Παρέδωσε μια θεατρικά νόμιμη μετάφραση, την οποία προσάρμοσε δραματουργικά για τις ανάγκες της παράστασης με τον σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα. Αυτός ο τελευταίος είναι αναμφίβολα δυνάμει ένας σημαντικός σκηνικός μάστορας, αλλά συχνά υπέκυψε στον πειρασμό του μεταμοντέρνου ιδιώματος, παρεμβαίνοντας στη δομή, «πειράζοντας» το ύφος και αλλοιώνοντας το ήθος και τη διάνοια των κλασικών κυρίως κειμένων. Μόδα γαρ! Στην προσέγγιση του Οστρόφσκι δεν κατέφυγε σε υπερβολές, πέρα από μια εξεζητημένη σκηνογραφική, τάχα μοντέρνα αφαίρεση που δεν προσέφερε- αντίθετα μουντζούρωσε- τίποτα στο έργο και στην ανάγνωσή του.
Στην κόψη του ξυραφιού
- Η Κόρα Καρβούνη (Μάσενκα) και η Σοφία Σεϊρλή (μητέρα του Γκλουμώφ) έπαιξαν διπλό παιχνίδι ανάλογα με τους συμπαίκτες τους, μια καρικατούρα, μια αληθινός άνθρωπος. Η Φιλαρέτη Κομνηνού, ηθοποιός πάντα λιτή και με μέτρο, που τρέμει τις υπερβολές, σχεδίασε και εκτέλεσε με ακρίβεια την Μαμάγεβα, ισορροπώντας στην κόψη του ξυραφιού, διότι αυτός ο γυναικείος χαρακτήρας είναι μεν επιπόλαιος μέσα σε μια κοινωνική συνθήκη ελαφρότητας και υποκρισίας αλλά, ερωτικά καταπιεσμένη και αξεδίψαστη, έχει ειλικρίνεια στη διαθεσιμότητά της και ως εκ τούτου όταν προδοθεί είναι ανελέητη. Ο κωμικός οίστρος της Κομνηνού μας προίκισε με μια άγνωστη πτυχή του ταλέντου της. Ο Δημήτρης Πιατάς έπλασε με ευχέρεια και ευφράδεια υποκριτική τον Μαμάγεφ. Ήταν σοβαρός στη γελοιότητά του και γελοίος στην ειλικρίνειά του και ως τούτου άκρως επικίνδυνος στην κουτοπονηριά του. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Γκλουμώφ) έδειξε άλλη μία φορά την κλάση του, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος όταν βρήκε και τον δεσπόζοντα τόνο του ρόλου, που περιέχει και ειλικρίνεια και δραματικότητα και πληγωμένο εγωισμό. Κρατώ τα υπέροχα κοστούμια της Ελ. Μανωλοπούλου (κόντρα στον κονστρουκτιβισμό των σκηνικών του Παντελιδάκη) και την έξοχη επιλογή μουσικής του Ι. Δρόσου.
Καρτουνίστικη αλλοίωση
- Το δεύτερο αρνητικό στη σκηνοθετική γραμμή του Κακλέα είναι η καταφυγή, με την καθοδήγησή του ασφαλώς, μερικών ηθοποιών σε καρικατούρες, πράγμα το οποίο μετατόπιζε τον άξονα της παράστασης από τη σάτιρα καταστάσεων σε σάτιρα τύπων. Ευτυχώς στο δεύτερο μέρος το ίδιο το έργο επέβαλε το κύρος του και την αυθεντική του δομή, ύφος και ρυθμό. Έτσι ο Τσακομίδης (Γκολούτβιν), η Μαρία Τσιμά (Μανιέφα), η Ελένη Κοκκίδου (Τουρούσινα) με την καρτουνίστικη υποκριτική τους (μια παλιά αισθητική αγάπη του Κακλέα) αλλοίωσαν τελείως το τοπίο και χάλασαν τη ροή της ρεαλιστικής αφήγησης. Αντίθετα, οι μετρημένοι Λαέρτης Βασιλείου (Κουρτσάγεφ), Γιάννης Νταλιάνης (Κρουτίτσκι), Θέμης Πάνου (Γκοροντούλιν) έπλασαν με άνεση και καθαρά περιγράμματα ανθρώπινους, ζωντανούς και αληθινούς χαρακτήρες.








Πρόσφατα σχόλια