“Πουθενά”: Ένας παραδείσιος “ου τόπος”
Νοεμβρίου 8, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
- Πολενάκης Λέανδρος
- Η ΑΥΓΗ: 08/11/2009
Το Εθνικό Θέατρο ανακαινισμένο άνοιξε πάλι τις πύλες του πανηγυρικά, με ένα θέαμα του πάντοτε χαρισματικού Δημήτρη Παπαϊωάννου, με τον τίτλο “Πουθενά”. Λίγα απαραίτητα λόγια πρώτα, για την ανακαίνιση του ιστορικού κτηρίου του Τσίλλερ. Πράγματι, έχει γίνει σπουδαία και σοβαρή δουλειά παντού, με σεβασμό στο ιδιαίτερο ύφος του οικοδομήματος που δεν είναι απλώς ένα αξιόλογο αρχιτεκτονικό μνημείο αλλά ένα κόσμημα της Αθήνας, αληθινό. Η κεντρική σκηνή αποκαταστάθηκε πλήρως στην πρώτη μορφή της αναδεικνύοντας την αρχοντιά και τη χάρη της αρχιτεκτονικής σύλληψης των δημιουργών του. Ένσταση έχω να προβάλω για τους χώρους υποδοχής, που με την απόλυτη λευκότητα, τη γύμνια από έπιπλα και τον ψυχρό φωτισμό, μάλλον απηχούν την ασκητική άποψη ότι οι θεατές πρέπει να υποβάλλονται σε ένα είδος προκαταρκτικής “κάθαρσης”, αφήνοντας έξω κάθε άλλη εικόνα, πριν εισέλθουν στον “κυρίως ναό” της θεατρικής μύησης… Η “κάθαρση” όμως είναι, θέλω να πιστεύω, έργο αποκλειστικά της θεατρικής τέχνης, που είναι σήμερα εγκόσμια και δεν έχει σε τίποτα να κάνει με θρησκευτικές ή άλλες σχετικές τελετές. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, ο χώρος υποδοχής του κοινού ενός συγχρόνου θεάτρου θα πρέπει να είναι διακριτικά μεταβατικός, με τρόπο που να μην κόβει “με το μαχαίρι” την οπτική και ακουστική επαφή με τον έξω κόσμο. Το θέατρο εξ ορισμού δεν ήταν ποτέ “στεγανό”, απομονωμένο από όσα συμβαίνουν (και συμβαίνουν πολλά), στη γειτονιά, στον δρόμο (βλ. και το σημαντικό βιβλίο του Πέτρου Μαρτινίδη, με πλουσιότατη εικονογράφηση: “Μεταμορφώσεις του θεατρικού χώρου – τυπικές φάσεις κατά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των θεάτρων στη Δύση”, των εκδόσεων “Νεφέλη”, Αθήνα 1999).
Το εναρκτήριο θέαμα της καινούργιας φάσης του “Εθνικού” είναι μια ιδιοφυής σύλληψη του χαρισματικού, θα το πω και πάλι, Δημήτρη Παπαϊωάννου, ένα μουσικοχορευτικό μιμόδραμα εκτελεσμένο λαμπρά, που εκθέτει εν δράσει στα μάτια των θεάτρων τον εξελιγμένο, τελευταίας γενιάς εξοπλισμό του θεάτρου, τους κρυφούς και αθέατους μηχανισμούς της σκηνής που στηρίζουν την παράσταση. Αλλά όχι μόνο. Μια ασκημένη, πειθαρχημένη, συντονισμένη ομάδα λαμπρών χορευτών – ηθοποιών τελούν σχεδόν ακροβατικά “γυμνάσματα” με όργανα τις “μηχανές” του θεάτρου. Παλεύουν με αυτές, παγιδεύονται και απελευθερώνονται “γοητεύοντάς” τες με τη χάρη τους. Το σώμα ως “μεμηχανημένον παίγνιον” (αρθρωτή μαριονέτα) και η μηχανή όχι ως απειλή αλλά ως συνεργός του σώματος του ανθρώπου εδώ συνεργάζονται, όχι για τη “γνώση” αλλά για τη χάρη, που εξημερώνει αμφότερους. Μέσω του παιγνίου της θεατρικής, μιμητικής λειτουργίας.
Σημείο αναφοράς της παράστασης είναι νομίζω το “Δοκίμιο για τη μαριονέτα” του Κλάιστ του 1810, γραμμένο σε θεατρική μορφή, όπου αναπτύσσεται ένας διάλογος ανάμεσα στον αφηγητή (Κλάιστ) και στον χορευτή, γύρω απ’ το θέατρο της μαριονέτας, το οποίο θαυμάζει βαθιά ο χορευτής επειδή: “η παντομίμα ανδρεικέλων μπορεί με τη χάρη της να τον διδάξει. Η χάρη παρουσιάζεται αναπάντεχα, όταν η γνώση φεύγει στο αχανές και διακρίνεται καθαρά στο σώμα εκείνο που δεν έχει διόλου γνώση ή έχει γνώση απέραντη, δηλαδή στο ανδρείκελο ή στον Θεό συνοψίζει ο χορευτής. Και ο αφηγητής – Κλάιστ αναρωτιέται: “Μήπως θα έπρεπε να ξαναγευθούμε τον καρπό του δένδρου της γνώσεως κάνοντας μια ολόκληρη πορεία προς τα πίσω για να ανακαλύψουμε την αθωότητα της κούκλας και να επιστρέψουμε στον χαμένο παράδεισο, στην ηλικία της αθωότητας;”.
“Γνώση, περιπλάνηση, επιστροφή. Ας θυμηθούμε δύο κοσμογονικούς μύθους της γερμανικής μυθολογίας. Ο ένας αναφέρεται στη δημιουργία από τον Οντίν του πρώτου ανθρώπινου ζευγαριού. Πρόκειται για τη μετάπλαση δύο δέντρων, του Ασκρ και της Έμπλα, στα οποία δόθηκε ψυχή, νους, αισθήσεις και ανθρωπόμορφη θωριά. Ο άλλος μιλά για δυο ανθρώπινα όντα που αναδύθηκαν από το δέντρο του κόσμου. Αν ο Κλάιστ πιστεύει σε αυτή την επιστροφή, τότε πρόκειται για επιστροφή από τον άνθρωπο στο δέντρο – ξύλο, δηλαδή στη μαριονέτα. Όπως από ξύλο πλάστηκε ο άνθρωπος έτσι και θα ξαναγίνει ξύλο – μαριονέτα, για να βρει τη χαμένη χάρη του. Η χαμένη αθωότητα μοιάζει να είναι καλά ριζωμένη στη γερμανική μυθολογία και μάλιστα στο κέντρο του κόσμου, στο δέντρο του…” (Βλ. Πέπη Ρηγοπούλου, “Η αθωότητα του θηρίου και η νοσταλγία του ποιητή – Διαβάζοντας το δοκίμιο του Κλάιστ για τη μαριονέτα”, περ. “Δρώμενα” τ. 3/4, σελ. 32-36).
Η παράσταση του Παπαϊωάννου τελειώνει με μια εικόνα έκπαγλης ομορφιάς κι αθωότητας. Με δυο γυμνά σώματα, του άνδρα και της γυναίκας αγκαλιασμένα, ενώ πλέκονται γύρω τους τα χέρια της υπόλοιπης ομάδας και σχηματίζουν τον όφι. “Το φως πλησιάζει το σκοτάδι, ο κόσμος ενώνεται, η σκηνή ανοίγει στο θείο και το δαιμονικό μαζί που είναι η ανθρώπινη μαριονέτα…”. Έτσι γίνεται κατανοητός ο τίτλος “Πουθενά” της παράστασης: ένας παραδείσιος, ουτοπικός “ου τόπος”.
<!–
–>



Πρόσφατα σχόλια