Λίζα Κρον “Πολύ καλά”, Μπέρτολτ Μπρεχτ “Αποσπάσματα”
Μαΐου 10, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
-
Μια μικροαστική καθημερινότητα
-
Αφήγηση φορτωμένη με υπαρξιακο-συμπλεγματικές εμμονές πέραν του Ατλαντικού
- Του Σπυρου Παγιατακη
- Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10/5/2009
ΛΙΖΑ ΚΡΟΝ Πολύ καλά, σκην.: Τάκης Βουτέρης. Θέατρο: Εξαρχείων
ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ Αποσπάσματα, σκην.: Κάτια Γέρου. Θέατρο: Καρόλου Κουν
- Οχι δηλαδή, πως έχει και μεγάλη σημασία αλλά η –σωστότερη και πιο ταιριαστή– μετάφραση του τίτλου «Well» της 47χρονης Αμερικανίδας Λίζα Κρον θα ήταν περισσότερο ένα γενικόλογο «Λοιπόν» παρά αυτό το καθοριστικά θετικό «Πολύ Καλά» που του χάρισε η μεταφράστριά του Αννίτα Δεκαβάλλα. Κι αυτό επειδή τόσο το είδος –αυτοβιογραφικό και stand-upish– του γραψίματος όσο και το περιεχόμενο του κοινότοπου θεατρικού έργου της, το οποίο όλως περιέργως γνώρισε επιτυχία στις αγγλοσαξονικές χώρες, δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερα θετικό ώστε να ’ναι όλα «Πολύ Καλά». Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει εδώ όπως πρόκειται για την αφήγηση μιας μίζερης, αμερικανο-μικροαστικής καθημερινότητας φορτωμένης με υπαρξιακο-συμπλεγματικές εμμονές, με ανεξιχνίαστες αλλεργίες και άγχη ώστε να ξεπεραστούν κάποιες νεγρο-εβραϊκές εμμονές. Ολες τους, δηλαδή, καταστάσεις οι οποίες βρίσκονται μακριά από την υπερ-ατλαντική μας πραγματικότητα. Ακόμα δε περισσότερο κι από την ελληνική.
Ερμηνείες
- Η μόνη ομοιότητα με ντόπιες καταστάσεις εντοπίζεται στην ηλικιωμένη –δευτεραγωνιστική– μάνα (Ελένη Γερασιμίδου) που βρίσκεται καθηλωμένη στην πολυθρόνα της αναπολώντας τις δόξες από τους παλιούς αντιρατσιστικούς της αγώνες. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος είναι της μονολογούσης κόρης (Αννίτα Δεκαβάλλα) η οποία μπαινοβγαίνει από νοσοκομεία για να θεραπεύσει τις αλλεργικές της νευρώσεις, και μονολογεί απευθυνόμενη στο κοινό.
- Με εμφανώς λιγότερο τσιριχτή φωνή από τις τυποποιημένες εμφανίσεις της στην τηλεόραση η Ελένη Γερασιμίδου αποδεικνύει το πόσο δύσκολο είναι ν’ απελευθερωθεί ένας καλός ηθοποιός –σαν κι αυτή– από τις προσοδοφόρες τηλεοπτικές ευκολίες του. Δίχως ένα κεντρικό πρόσωπο –τη Λίζα Κρον– με ιδιαίτερα έντονη προσωπικότητα το οποίο να αστράφτει ειλικρίνεια και χιούμορ, ο κεντρικός ρόλος θαμπώνει και παραμένει στατικός κι αδιάφορος. Παρ’ όλες τις αξιοπρεπέστατες πλην ανεπιτυχείς προσπάθειές της, η Αννίτα Δεκαβάλλα δεν κατόρθωσε ν’ απογειωθεί. Ατυχέστατες οι «μουντζουρωμένες» εμφανίσεις των ηθοποιών που υποδύονταν τους «έγχρωμους». Αυτή τη φορά η σκηνοθεσία του Τάκη Βουτέρη διέθετε ελάχιστη έμπνευση κι ευρηματικότητα.
Χατζιδάκις
- Στην παράσταση με αποσπάσματα από έργα που παίχθηκαν στις ηρωικές εποχές του (υπόγειου) θεάτρου Τέχνης – Καρόλου Κουν η καλή Κάτια Γέρου μου θύμισε το Reader’s Digest. Τα παλιά χρόνια, το αμερικανικό αυτό περιοδικό δημοσίευε μπεστ σέλερ «εν συντομία». Συμπυκνωμένα. Ποιος ξέρει, μπορεί να συμβαίνει ακόμα. Τέλος πάντων, στους μονολόγους –με συνοδεία πιάνου από τον Θόδωρο Κοτεπάνο– η Κ. Γέρου θύμιζε τα παλιά τεύχη του Reader’s Digest. Πάντως τραγουδούσε κιόλας και μάλιστα σωστά. Τραγούδησε κι ένα – δυο τραγούδια από τον «Κύκλο με την Κιμωλία» του –πρώτου νομίζω– Μπέρτολτ Μπρεχτ στην Ελλάδα. Σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και τη λυρικότατη μετάφραση (σωστότερο είναι « απόδοση» όπως κι αναγράφεται) του Οδυσσέα Ελύτη. Το «Τρεις Στρατηγοί» κι ένα άλλο. Τραγούδια που μου άρεσαν πολύ στα νιάτα μου.
- Διαβάζω τώρα στο πρόγραμμα της παράστασης που έλεγα παραπάνω ένα σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι από το περιοδικό «Η λέξη» (1987). «Μήπως ο Μπρεχτ του «Κύκλου με την κιμωλία» και η θερμότητα που ανέδιδε είχε καμιά σχέση με τον ψυχοτριγωνομετρικό Μπρεχτ του «Μπερλίνερ Ανσάμπλ»; Ναι, αλλά η κυρία Ελεν Βάιγκελ, η γυναίκα του Μπρεχτ που απαγόρευσε την ανίερη συνέχειά μας, δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο ανάγκη είχε ο Μπρεχτ από την παράστασή μας αυτή για να γίνει λαϊκός». Να μην ανοίξουμε τώρα μεταθανάτια κουβέντα επ’ αυτού, Μάνο Χατζιδάκι. Θεωρώ πως σφάλλεις κι εσύ όπως και ο Μπρεχτ. Φυσικά και η μουσική σου ήταν περισσότερο εύπεπτη και πιο «λαϊκή» απ’ αυτήν του Πάουλ Ντεσσάου. Κι όσο για σένα Μπ. Μπ., η επιθυμία σου να «εκπαιδεύσεις σοσιαλιστικά» το κοινό σου παρουσιάζοντας μία Γκρούσα στον «Κύκλο» που αγαπούσε ένα ξένο παιδί περισσότερο από την αληθινή του μάνα, ή πάλι εκείνη την αδίστακτη Μάνα Κουράγιο που πουλούσε τα παιδιά της στον πόλεμο, μάλλον απέτυχε.
- Ο –τότε– λαός προτιμούσε τον Ξανθόπουλο με την Βούρτση και –τώρα– τα μελένια τηλεοπτικά σήριαλ από τα δικά σου–διόλου ψυχοτριγωνομετρικά, πού εσφαλμένα χαρακτήριζε ο Μ. Χατζιδάκις. Δυστυχώς (;) ο χρόνος αποδεικνύει πλέον ότι ο (ανενημέρωτος;) λαός παραμένει πάντα με την καρδιά κοντά στο «θέατρο του πάθους» που έλεγε και ο Μάνος και στην αισθαντική μουσική του Χατζιδάκι και διόλου στο εγκεφαλικό αισθητικό γκέτο της μειονότητας που εξακολουθεί να λιγώνει με τον Μπρέχτ – και δεν είναι παρά μια μικρή μειοψηφία.




Πρόσφατα σχόλια