Μια σύγχρονη τραγωδία;
Μαρτίου 23, 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
- Πολενάκης Λέανδρος
- Η ΑΥΓΗ: 21/03/2010
Πίσω από τον ρεαλισμό της μορφής και την ψυχολογία των χαρακτήρων του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου είναι ανάγκη πάντα να ανιχνεύουμε το αρχέγονο τραύμα της ύπαρξης που διαπερνά το πολιτιστικό εποικοδόμημα, διαβρώνοντας τα θεμέλια της “λογικής” πάνω στα οποία στηρίχτηκε το “αμερικάνικο όνειρο”. Θα μπορούσαμε ίσως, αναλύοντας τη “Βιρτζίνια Γουλφ”, να χρησιμοποιήσουμε όρους Βιβλικούς, μιλώντας για το τραύμα του Αδάμ και για τον κλονισμό της έξωσης του ζεύγους των πρωτοπλάστων από τον “υπεσχημένο παράδεισο”, εξαιτίας της ανυπακοής τους στις εντολές ενός δυνάστη πατέρα – Θεού. Ή ακόμη να καταφύγουμε στη γλώσσα της ψυχανάλυσης μιλώντας για μία συμβολική πάλη μέχρι θανάτου ανάμεσα στον αρχέγονο πατέρα και στους γιους του, με έπαθλο την εξουσία. Όλα αυτά είναι θεμιτά. Ωστόσο το “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” του Άλμπι, που έσκασε σαν βόμβα κυριολεκτικά το 1962 στη Νέα Υόρκη, οφείλει την τεράστια μέχρι σήμερα δημοτικότητά του στο γεγονός ακριβώς ότι μιλά μια γλώσσα οικουμενική, που υπερβαίνει τον ρεαλισμό των καταστάσεων, τον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής του, τέλος, την ίδια την ψυχαναλυτική δομή του, για να αγγίξει τον πυρήνα της ύπαρξης του σύγχρονου ανθρώπου.
Το έργο αυτό του Άλμπι δεν είναι μόνο μια συζυγική τραγικωμωδία, είναι η τραγωδία ενός ολόκληρου πολιτισμού που έφτασε στην παρακμή του, “κάτω από το βάρος εξαρθρωμένων συμμαχιών, φορτωμένος με μια άκαμπτη ηθική, ανίκανη να προσαρμοστεί στη συνεχή εναλλαγή των γεγονότων“. Τα πιο πάνω λόγια που ακούμε να προφέρονται στο έργο είναι, υποτίθεται, ένα απόσπασμα του βιβλίου του φιλόσοφου Όσβαλντ Σπένγκλερ, “Η παρακμή της Δύσης”. Πρόκειται για μια ψευδή παράθεση. Δεν υπάρχει τέτοιο απόσπασμα στο βιβλίο του Σπένγκλερ, αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία. Ο Σπένγκλερ χρησιμεύει απλώς ως άλλοθι στον Άλμπι για να περάσει το μήνυμά του, σε μια άγρια ψυχροπολεμική εποχή στις ΗΠΑ, όπου δεν είναι διόλου εύκολο να μιλήσεις ανοιχτά πολιτικά. Παρομοιάζει έτσι με μια νέα Ρώμη τις ΗΠΑ, προορισμένες να καταστραφούν επειδή στηρίζονται στην άπειρη συσσώρευση χρήματος, εξουσίας, τεχνογνωσίας και στρατιωτικής ισχύος! Ακόμη, επειδή ο πολιτισμός τους παρουσιάζει την τάση να μεταφράζει την πραγματικότητα σε αποκλειστικά “λογικές”, ήτοι αντικειμενικά μετρήσιμες και “επιστημονικά” αποδείξιμες κατηγορίες, ό,τι δεν πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις, απλώς δεν υπάρχει! Ένας μονομερής πολιτισμός του (πολιτικά) ορθού λόγου, που αποβάλλει ως περιττές όλες τις δημιουργικές δυνάμεις τις οποίες ο κοινός ανθρώπινος λόγος, ακόμη σήμερα, επιμένει να ονομάζει “πνεύμα”.
Οι ήρωες αυτής της σύγχρονης τραγωδίας του Άλμπι μοιάζει σε πρώτο επίπεδο να προχωρούν γενναία σε μια πορεία ηθικής κάθαρσης και αυτογνωσίας, διώχνοντας απ’ τη ζωή τους κατά συνθήκη αλήθειες και ζωτικά ψεύδη. Στο βάθος όμως πρόκειται απλώς για την αποδοχή της ήττας τους, καθώς το έργο συνοψίζει τα ποικίλα προβλήματα που θέτει σε ένα: στη φυσική και κυρίως πνευματική στειρότητα, η οποία δεν αφορά μόνο τις συσσωρευτικές κοινωνίες της Δύσης, αλλά είναι σήμερα πια ένα γενικό εφιαλτικό ενδεχόμενο. Οι “Ερινύες” αυτής της αμερικανικής τριλογίας του ενδοοικογενειακού πάθους του φόβου και του ελέου δεν θα μεταμορφωθούν ποτέ σε “Ευμενίδες”. Θα μείνουν πάντα οι δύσμορφες, άτεκνες μαύρες “θεότητες” της νύχτας και του σκότους… Η ιστορία δεν εξαγοράζεται, το χυμένο αίμα δεν έχει κανένα αντίκρισμα. Το συσσωρευτικό “σύστημα” που επιβλήθηκε παγκόσμια δεν αναγνωρίζει και απορρίπτει τυφλά κάθε δυνατότητα κάθαρσης…
Το έργο του Άλμπι μπορεί, επομένως, να διαβαστεί ως μια δυσοίωνη προφητεία για το τέλος του πολιτισμού μας, όπως τον γνωρίζουμε… Όσο, εννοείται, εξακολουθούμε να μένουμε παθητικοί θεατές των γεγονότων που εξελίσσονται ραγδαία χωρίς εμάς και της μοίρας των καινούργιων δούλων που κατασκευάζουν για λογαριασμό μας οι νέοι κυρίαρχοι…
Πρόκειται για ένα πανούργο, ειρωνικό έργο μιας ανεστραμμένης διαλεκτικής, χτισμένο κυριολεκτικά πάνω στα κενά, στις σιωπές του και σε όσα δεν μας λέει. Η παράσταση που σκηνοθέτησε στο “Απλό Θέατρο” ο Αντώνης Αντύπας, με επιμέλεια κίνησης της Πέρσας Σταματοπούλου, φωνητική διαμόρφωση της Ρηνιώς Κυριαζή, φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, πατώντας επάνω στη θαυμάσια νέα μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, “διαβάζει” το έργο σωστά, μέσα από τις ομιλούσες σιωπές και τα ζωτικά κενά του. Δεν μένει στην παραπλανητικά ρεαλιστική όψη, αλλά πηγαίνει πιο πέρα, δείχνοντας καθαρά τι υπάρχει στην πίσω πλευρά του καθρέφτη ενός ολόκληρου πολιτισμού που ράγισε…
Σε ένα ύφος “θαμπά” ρεαλιστικό δίνει η παράσταση τις ρέουσες, φευγαλέες μορφές των ηρώων, μέσα σε ένα χωρίς “τέλος”, άσκοπο και στενόχωρο γίγνεσθαι προς θάνατον… Η “ραγισμένη” μουσική της Καραΐνδρου τις συνοδεύει με τα περάσματά της, ενώ τα σκηνικά και κοστούμια της Τρικεριώτη σηματοδοτούν ένα σκοτεινό και υγρό άντρο – δεσμωτήριο έγκλειστων χωρίς διέξοδο ψυχών…
Οι τέσσερις ηθοποιοί φτιάχνουν ένα έξοχο κουαρτέτο μουσικής δωματίου. Ο Δημήτρης Καταλειφός, λιτός και απέριττος, ξετυλίγει όλη την γκάμα των συναισθημάτων του “Τζορτζ”: ειρωνεία, οργή, απελπισία και απόγνωση ώς τη συντριβή. Η Ράνια Οικονομίδου “κεντά” κυριολεκτικά και δίνει τη “Μάρθα” χειροποίητη. Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης είναι ένας άκρως αποτελεσματικός ανερχόμενος “Νικ”, τόσο στην άμυνα όσο και στις αντεπιθέσεις του. Η Σωτηρία Ρουβολή, με σπάνια πλαστικότητα, δίνει μια έκτακτη, σπασμένη πήλινη “Χάνι”.



Πρόσφατα σχόλια